17 страница10 августа 2015, 19:24

Κεφάλαιο 17ο

-Ελένη-

Το Σάββατο έγινε Δευτέρα και η Δευτέρα έγινε Τετάρτη. Κανένα νέο ακόμα. Κανείς και τίποτα. Ήμουν εγώ, ο Σταύρος με την Νεφέλη και ο Κωνσταντίνος. Η Χρυσάνθη και η Μαρία δεν ήξεραν τίποτα ακόμη και δεν χρειαζόταν άλλωστε. Οι σκέψεις και οι ανησυχίες είχαν κατακλύσει το μυαλό μου και ο Κωνσταντίνος με είχε αγκαλιά και έκλαιγα βουβά, προσπαθούσε να με καθησυχάσει αλλά μάταια. Ο Σταύρος με την Νεφέλη καθόντουσαν δίπλα μας χωρίς να μιλάνε. Κάποιες φορές έφευγαν για να πάνε σπίτι γιατί έπρεπε να φροντίζει και την αδερφή του, μιας και δεν μπορούσε να την αφήσει μετά από αυτό που έγινε με τον πατέρα τους. Τον είχαν διώξει από το σπίτι και είχαν την ησυχία τους τώρα πια.

''Λοιπόν παιδιά, εμείς πρέπει να φύγουμε μας συγχωρείται.'' λέει ο Σταύρος και σηκώνεται.

''Ναι ρε, πήγαινε. Αν έχουμε κάτι νεότερο θα σε ενημερώσουμε.'' λέει ο Κωνσταντίνος και προσπαθεί να χαμογελάσει, αλλά μάταια.

''Ευχαριστούμε.'' είπε και έφυγαν.

''Κωνσταντίνε, να σε ρωτήσω κάτι;'' του λέω.

''Πες μου.'' μου είπε.

''Μήπως θα έπρεπε να ειδοποιήσουμε τους γονείς του;'' του είπα.

Με κοίταξε. ''Ελένη..μεγάλη ιστορία. Κάποια άλλη φορά, γάμα το.'' μου απάντησε.

Συνέχισα να κοιτάω τριγύρω. Όλοι πονούσαν για κάποιον δικό τους άνθρωπο, και ανάμεσά τους και εγώ. Δεν θα το φανταζόμουν ότι θα ήμουν ξανά εδώ. Στην ίδια θέση, στο ίδιο δωμάτιο. Δεν μας είχαν ειδοποιήσει καν ότι μπορούσαμε να τον επισκεφτούμε και αυτό με τρέλαινε.

Ξαφνικά ο γιατρός άρχισε να μας πλησιάζει. Όταν τον είδα σηκώθηκα και έπεσαν μερικά δάκρυα στο πρόσωπό μου. Αυτή η αναμονή με σκότωνε όπως τότε.

''Κυρία μου, είναι μια χαρά απλώς δεν ξέρουμε γιατί αλλά αργεί λίγο να ξυπνήσει. Ο κίνδυνος έχει περάσει πια. Μην ανησυχείται. Επίσης μπορείται να τον επισκεφτείται τώρα πια. Έχετε στη διάθεσή του μόνο 15 λεπτά.'' είπε και με κοίταξε μέσα στα μάτια και μετά στράφηκε στον Κωνσταντίνο. ''Ελάτε μαζί μου.'' είπε και τον ακολουθήσαμε.

Σταματήσαμε μετά από λίγο μπροστά από μια μεγάλη πόρτα με το νούμερο 58. Ο γιατρός έφυγε και εμείς είμασταν ακόμα απέξω.

''Μπαίνουμε;'' με ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

Τον κοίταξα και του ένευσα καταφατικά. Έβαλε το χέρι του στο πόμολο και την άνοιξε. Μπήκαμε μέσα και τον κοιτάζαμε από μακριά.

''Πήγαινε..'' μου είπε στο αυτί.

Γύρισα και τον κοίταξα για λίγο. Μου έσπρωξε λίγο μπροστά για να προχωρήσω πρς τον Γιάννη.

Τον πλησίασα και του έπιασα το χέρι.

"Γιάννη; Γιάννη εγώ είμαι η Ελένη. Ευτυχώς που πέρασες τον κίνδυνο και δεν κινδυνεύεις πλέον." χαμογέλασα και του έσφιξα το χέρι. ''Πάντως να ξέρεις πως.." δάκρυα άρχισαν να κυλάνε.. "..είμαστε εδώ για σένα. Δίπλα σου, στο πλευρό σου. Σε παρακαλώ Γιάννη, άνοιξε τα ματάκια σου. Κοίτα με, μίλα μου." είπα αλλά καμία ανταπόκριση.

"Ελένη, είσαι καλά;" με ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

Τον κοίταξα. "Όχι." απάντησα και πήγα προς το μέρος του. "Έλα σειρά σου τώρα." του είπα σκουπίζοντας με τους δείκτες μου κάποια δάκρυα.

-Κωνσταντίνος-

Κι όμως. Από όσο έμαθα, μπορεί να τον γνώρισε στο πάρτυ αλλά έμοιαζε να νοιαζόταν πραγματικά για εκείνον. Όσο του μιλούσε, στεκόμουν εκεί, ακίνητος με σκυμμένο το κεφάλι. Όταν σταμάτησε για λίγο, την παρατήρησα. Έκλαιγε, όλη την ώρα αυτό έκανε. Και για ποιον; Για εκείνον.

"Είσαι καλά;" την ρώτησα.

Με κοίταξε. "Όχι." μου απάντησε και άρχισε να με πλησιάζει. "Σειρά σου." μου είπε σκουπίζοντας κάποια δάκρυα.

Περπάτησα προς τα εκείνον. Στάθηκα δίπλα του. Ακούμπησα τα χέρια μου στην άκρη του κρεβατιού και τον κοίταξα. Το βλέμμα της Ελένης ήταν καρφωμένο απάνω μου παρατηρώντας τις κινήσεις μου. Μπορεί να μην την παρατηρούσα αλλά το ένιωθα.

"Επ, που είσαι ρε μεγάλε;" είπα και χαμογέλασα. "Πάντως κοιμάσαι τόσες μέρες σαν γάιδαρος και δεν έχεις ξυπνήσει ακόμα." γέλασα. "Και όχι μόνο αυτό, αλλά μας έχεις ψοφήσει και από την αγωνία ρε μαλάκα.., να ξέρεις πως είμαστε όλοι εδώ για σένα και σε περιμένουμε." είπα. Έσκυψα μπροστά του. "Και πρέπει να μου μιλήσεις και για την Ελένη." ψιθύρισα στο αυτί του για να μην με ακούσει εκείνη. Χαμογέλασα.

Η πόρτα άνοιξε και μια νοσοκόμα μπήκε μέσα. "Με συγχωρείται, αλλά δεν έχετε άλλο χρόνο." είπε.

"Εμ, μπορείτε να μας φωνάξετε τον γιατρό, να τον ρωτήσω κάτι;" την ρώτησα.

Μου ένευσε καταφατικά και έφυγε.

Εγώ με την Ελένη κοιταχτήκαμε. "Τι θα κάνεις;" με ρώτησε.

"Θα δεις." της λέω και χαμογελάω.

Με κοίταξε ερωτηματικά και έσκυψε το κεφάλι. Μπορεί να ήμασταν σε μια απόσταση αλλά φαινόταν ότι τα μάτια της ήταν κόκκινα.

"Με θέλατε κάτι;" ρώτησε ο γιατρός μπαίνοντας μέσα.

"Μήπως θα μπορούσε να μείνει ένας από τους δυό μας εδώ το βράδυ;" ρώτησα κατευθείαν χωρίς να χρονοτριβώ.

-Ελένη-

Όταν τον άκουσα να ρωτάει τετοιο πράγμα γούρλωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα χωρίς να το πιστεύω.

"Ναι, φυσικά. Θα θέλατε να μείνει κάποιος εδώ;" ρώτησε ο γιατρός.

Εξακολουθούσα να κοιτάζω τον Κωνσταντίνο σαν τον χάνο.

"Ναι, η Ελένη." είπε και με κοίταξε.

Είχα παγώσει. Δεν ήξερα ότι θα το έλεγε αυτό, αφού την πρώτη φορά με κατηγόρησε πως εγώ φταίω που βρισκόταν στην κατάσταση που ήταν.

Ο γιατρός με κοίταξε. "Κυρία μου, θα θέλατε να μείνετε εσείς;" με ρώτησε.

"Εεεε..ν-ναι.." είπα τραυλίζοντας.

Ο γιατρός βγήκε έξω αφού πήρε την απάντησή του.

Ο Κωνσταντίνος ήρθε μπροστά μου και έβαλε τα χέρια του στους ώμους ταρακουνώντας με. "Ελένη; Κάτσε εδώ." είπε και μετά με αγκάλιασε.

Βγήκε έξω. Έμεινα να κοιτάω τον Γιάννη από την άλλη άκρη του δωματίου. Πλησίασα αργά μέχρι κοντά του. Έφτασα δίπλα του. Τράβηξα μια καρέκλα που είχε εκεί δίπλα και κάθισα. Τον παρατηρούσα. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν ανακατεμένα και είχε γάζες σε διάφορα σημεία. Του είχαν περάσει κάτι καλώδια στα χέρια του που οδηγούσαν στο κατάλληλο μηχάνημα. Παρατήρησα εκείνο που είχε τους παλμούς του. Οι γραμμές ανεβοκατέβαιναν δίνοντας το συμπέρασμα πως ζούσε ακόμα. Του κράτησα το χέρι και του το χάϊδευα.

"Ωραία αρχή κάναμε." είπα. Γέλασα και κάποια δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ξανά. "Αχ ρε Γιάννη.." είπα και του έσφιξα το χέρι. Έκλεισα τα μάτια με δύναμη, με αποτέλεσμα να τρέξουν κι άλλα δάκρυα.

Έβαλα το κεφάλι μου στην άκρη του κρεβατιού και έκλεισα τα μάτια μου. Ήταν η πρώτη φορά που κοιμόμουν ήρεμα μετά από τόσες μέρες.

Άνοιξα ξανά τα μάτια μου. Τα έτριψα με το ένα μου χέρι και κοίταξα το ρολόι απέναντι στον τοίχο.

"2 η ώρα..τέλεια!" είπα και χασμουρήθηκα.

Ξαφνικά ένιωσα κάτι στο χέρι μου. Σαν να με τραβάει κάτι, να με σφίγγει. Τα μάτια μου έπεσαν στο χέρι που ήταν μπλεγμένο με του Γιάννη.

Εκείνος ήταν. Μου το έσφιγγε. Το ένιωθα..

"Γιάννη;" είπα και σηκώθηκα από την καρέκλα αργά..

17 страница10 августа 2015, 19:24