25 страница28 августа 2015, 01:44

Κεφάλαιο 25ο

-Μαρία-

Έχουμε ήδη σχολάσει και το μυαλό μου τρέχει στην Χρυσ. Δεν μπορώ να ηρεμήσω ακόμα και αν μου δώσουν ηρεμιστικό! Πρέπει με κάποιο τρόπο να είναι ασφαλής και ξέρω ήδη με ποιον..

Όλη η παρέα κατευθυνόμαστε προς την έξοδο. "Παιδιά που είναι η Χρυσάνθη;" ρωτάω καθώς δεν είναι μαζί μας.

Κοιτάζονται μεταξύ τους και σηκώνουν τους ώμους. Διάφορα σενάρια παίζουν στο μυαλό μου. Αν την βρήκε ο λεχρίτης; Αν την πήγε κάπου; Αν την σκοτώσει; Όχι, όχι, όχι..

"Μαρία; Μαρία;" με σκουντάει κάποιος.

"Ναι τι;" λέω.

"Είσαι καλά;" με ρωτάει ο Σταύρος.

Έχουμε φτάσει ήδη στην έξοδο.."Μπορώ να σου πω λίγο;" τον ρωτάω.

"Οκ." απαντάει και πηγαίνουμε πιο πέρα από τους άλλους.

"Λοιπόν άκου.." αρχίζω να λέω. "Φέτος, ήρθε ένας καινούργιος που τον λένε Νίκο." λέω και μέχρι τώρα αδυνατεί να καταλάβει που κολλάει αυτό. "Και έπεσε απάνω στην Χρυσάνθη." είπα και γούρλωσε τα μάτια του. "Βασικά, εκείνη έπεσε απάνω του καιι.." λέω και παίρνω ανάσα. "Το επίθετό του είναι Μερινός." λέω και παίρνω κι άλλη ανάσα. "Πριν δύο χρόνια, ένα άλλο αγόρι με το ίδιο επίθετο τα είχε με την Χρυσάνθη και τέλος πάντων της έκανε κακό." είπα και άρχισα να τρέμω από θυμό αλλά κρατιόμουν. "Αλλά από όσο ξέραμε εκείνος δεν είχε αδέρφια.." λέω και παίρνω πολλές αναπνοές μαζί για να ηρεμήσω. "Και τώρα εμφανίζεται αυτός. Κατάλαβες; Εγώ πιστεύω ότι ο Νίκος με το άλλο το αγόρι έχουν συγγένεια, δηλαδή είναι αδέρφια!" του λέω και με κοιτάζει σαστισμένος. "Επίσηςς..το άλλο παιδί, έχει..έχει σκοτώσει κάποιον.." είπα και γούρλωσε ξανά τα μάτια του.

"ΤΙ;! Και πως τον λένε τον άλλον; Που είναι τώρα; Τι εννοείς της έκανε κακό; Και πως γίνεται να σκότωσε κάποιον;" άρχισε τις ερωτήσεις.

"Σταύρο, σταμάτα." είπα σοβαρή. "Το μόνο που θέλω από εσένα είναι να την προσέχεις από τον Νίκο." είπα κουνώντας τον δείκτη μου μπροστά του. "Μπορείς να το κάνεις αυτό;" τον ρώτησα και έβαλα τα χέρια μου στους ώμους του.

"Φυσικά και θα το κάνω!" είπε κατευθείαν.

"Σε ευχαριστώ ρε Σταύρο." του χαμογέλασα και τον αγκάλιασα.

"Πηγαίνετε και θα την περιμένω αν και έχει αργήσει κανά 10λεπτο." είπε και ανησύχησε λίγο.

"Μπορεί να είναι τουαλέτα και να φτιάχνεται. Ηρέμησε." του είπα για να τον καθησυχάσω. Κι όμως, και γω σε αναμμένα κάρβουνα ήμουν.

Πήγαμε στα παιδιά. "Εγώ να φεύγω." είπα.

"Θες να σε πάω εγώ; Έχω το μηχανάκι." είπε ο Κωνσταντίνος.

"Όχι εντάξει, θα πάω με το λεωφορείο, δεν είναι ανάγκη." είπα.

"Επιμένω." είπε.

Ας μην σου χαλάσουμε και χατίρι τότε αγόρι μου. "Εντάξει." είπα τελικά.

"Ωραία." χαμογέλασε. "Πάω να φέρω το μηχανάκι." είπε και έφυγε.

"Εσύ πως θα φύγεις;" ρώτησα την Ελένη.

"Θα πάω με το λεωφορείο, μαζί με τον Γιάννη." είπε και έμπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του.

Εκείνος χαμογέλασε και την φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.

"Σιγάαα τα μέλιααα!" είπα και ο Γιάννης γέλασε.

"Αι μωρή από εδώ." είπε η Ελένη και με αγριοκοίταξε.

"Και εγώ σ'αγαπάω φιλενάδα." είπα και της χαμογέλασα αθώα.

Άκουσα το μηχανάκι. "Εγώ να πηγαίνω." είπα.

Έτρεξα στο μέρος του και πήρα το ένα κράνος. Το φόρεσα και ανέβηκα με την βοήθειά του. Λες και δεν έχω ξανανέβει σε μηχανή ξέρω γω...

Ξεκίνησε. "Που πάμε;" τον ρωτάω μετά από λίγο.

"Που θες;" με ρώτησε.

"Σπίτι μου." απάντησα.

"Φύγαμε." αποκρίθηκε.

Μέσα σε λίγα λεπτά φτάσαμε σπίτι μου.

"Φτάσαμεεεε.." είπα και κατέβηκα.

"Ναιι..." απάντησε.

"Εμ..θες να έρθεις μέσα;" τον ρώτησα δειλά.

Χαμογέλασε. "Εντάξει." είπε.

Βγάλαμε και οι 2 τα κράνοι και τα περάσαμε στα χέρια μας. Άνοιξα την πόρτα με τα κλειδιά και μπήκαμε μέσα. Αφήσαμε τα κράνοι στην πολυθρόνα και πήγα προς το ψυγείο. Εκείνος με ακολούθησε.

"Τι θες να φάμε;" τον ρώτησα.

"Θα ήθελα μακαρόνια." είπε.

"Εντάξει, θα φτιάξω κοτόπουλο." είπα και χαμογέλασα αθώα.

Εκείνος με κοίταξε προειδοποιητικά. "Καλά ηρέμησε γατόπαρδε και βγάλε το πακέτο από το ντουλάπι πάνω από το κεφάλι σου." είπα και τον κοίταξα.

Χαμογέλασε ικανοποιημένος.
Μωρέεε θα στον κόψω εγώ τον αέρα μην φοβάσαι..!

Ακούμπησε το πακέτο στον πάγκο. "Και τώρα;" ρώτησε. "Βγάλε ντομάτες από το ψυγείο, το μαχαίρι από το συρτάρι μπροστά σου, φέρε τον τρίφτη που είναι δίπλα στο αλατοπίπερο και τις κατσαρόλες κάτω από την βρύση, στα ντουλάπια." είπα και χαμογέλασα γλυκά.

"Και εσύ τι θα κάνεις;" ρώτησε.

"Εγώ θα είμαι εδώ και θα σε παρακολουθώ." είπα και έκατσα στον πάγκο απέναντί του.

"Για να με θαυμάζεις ε;" ρώτησε και χαμογέλασε πλατιά.

Χαμογέλασα. "Για να μην καεί τίποτα." είπα και το χαμόγελό του σβήστηκε. "Και επίσης το φαΐ θέλω να βλέπω, όχι τον κώλο σου, που πίστεψέ με έχω δει και καλύτερους." συνέχισα αθώα.

Εκείνος ξεφύσηξε θυμωμένος και άρχισε να μαγειρεύει ενώ εγώ έπαιζα με ένα πορτοκάλι δίπλα μου.

"Έτσι δούλα! Μαγείρευε!" είπα και έσκασα στα γέλια ενώ εκείνος με κοιτούσε απειλητικά...

Σε μια στιγμή έκανα πως τον σημάδευα με το φρούτο και πήγα να του το πετάξω αλλά (για κακή μου τύχη) γύρισε να δει τι κάνω με το φρύδι σηκωμένο και εγώ τώρα έκανα πως παρατηρούσα το πορτοκάλι.

"Ρε παιδί μου, πολύ πορτοκαλί δεν είναι;" ρώτησα καθώς το στριφογυρνούσα για να το παρατηρήσω 'και καλά τώρα' καλύτερα.

"Ναι.." είπε ενώ με κοιτούσε με μισό μάτι και του χαμογέλασα αθώα.

"Να σου πω.." είπε μετά από λίγο και γύρισα να τον κοιτάξω. "Μπορείς να δοκιμάσεις ένα να μου πεις αν είναι εντάξει;" ρώτησε.

"Όχι." απάντησα.

"Έλα ρε Μαρία! Ένα θα φας μόνο!" είπε και τον κοίταξα θυμωμένα. "Καλάαα!" είπε και το πέταξε στο πλακάκι κάτω.

"Τι κάνεις παιδί μου;" τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια.

Εκείνος δεν απάντησε και έπεσε κάτω και το παρατηρούσε εξονυχιστικά.

"Έλα χριστέ και παναγιά!" είπα κάνοντας τον σταυρό μου. "Αυτός τρελάθηκε!" είπα και τον έδειξα με τα χέρια μου.

Το σήκωσε από το πάτωμα και το πέταξε στα σκουπίδια.

Γύρισε και με κοίταξε. "Έτοιμα τα μακαρόνια!" είπε.

"Γιατί το έκανες αυτό;" τον ρώτησα.

"Λένε ότι για να δεις αν τα μακαρόνια έχουν βράσει και είναι εντάξει, πετάς ένα σε ένα πλακάκι. Αν κολλήσει, σημαίνει ότι είναι έτοιμα." εξήγησε.

"Ααααα μάλιστα." αναφώνησα. "Δεν το ήξερα." είπα κατσουφιάζοντας.

Γέλασε. "Πλέον το έμαθες." είπε και με κοίταξε έντονα.

"Καιι τι γίνεται με την σάλτσα;" ρώτησα για να αλλάξουμε θέμα.

"Φτιάχνεται." είπε και γύρισε για να την ανακατέψει. "Έχει τίποτα να πιούμε ή όχι;" ρώτησε.

Κατέβηκα από τον πάγκο και πήγα και άνοιξα το ψυγείο. "Μόνο νερό." είπα.

"Πφφ..και ήθελα μπύρα γαμώτο." είπε. "Πήγαινε πάρε μπύρες τώρα!" μου φώναξε και με έδειξε με την ξύλινη κουτάλα στο χέρι του.

"Όχι ρε! Δεν πάω! Και μην μου φωνάζεις εμένα!" είπα ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου. "Πάω να πάρω μπύρες." είπα μετά από λίγο. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος του και με κοίταξε ειρωνικά σηκώνοντας τα φρύδια του. "Μόνο και μόνο επειδή το θέλω εγώ, όχι επειδή μου το λες εσύ!" είπα και βγήκα από την κουζίνα. "Και που είσαι! Μην με πάρει καμιά πυροσβεστική τηλέφωνο!" φώναξα και άνοιξα την πόρτα.

"Μαρίααα!" είπε προειδοποιητικά και χαχάνισα.

Βγήκα έξω και άρχισα να περπατάω. Ευτυχώς που ένα μικρό σούπερ μάρκετ είναι εδώ κοντά. Μπήκα μέσα και πήγα προς στα ψυγεία. Πήρα πολλά κουτάκια και κατευθύνθηκα προς το ταμείο. Δεν είχε και κόσμο ευτυχώς.

"Γεια σας κυρία Αρετή! Τι κάνετε;" την ρώτησα. Η κ.Αρετή ήταν μια πολύ συμπαθητική κυρία γύρω στα 60-65 με μακριά καστανά μαλλιά με κάποιες άσπρες τρίχες, που τα είχε πιάσει σε έναν κότσο, και γαλαζοπράσινα μάτια.

"Γειά σου Μαρία μου, μια χαρά εσύ;" είπε.

"Καλά και γω." της χαμογέλασα.

Πλήρωσα και έφυγα. Σε λιγότερο από 10 λεπτά ήμουν πίσω στο σπίτι.

Πριν ανοίξω την πόρτα άκουγα μουσική από μέσα. "Τι στο καλό;" ψέλλισα και μπήκα μέσα.

Πήγα στην κουζίνα και τι να δω; Ομγ δεν τον πιστεύω! Είχε φέρει το λάπτοπ μου από το δωμάτιό μου στην κουζίνα και το έχει βάλει στον πάγκο που καθόμουν. Είχε μπει στο youtube, είχε βάλει το τραγούδι της Καλομοίρα, το my secret combination, ανακάτευε την σάλτσα με την κουτάλα, κουνούσε τον πισινό του ρυθμικά και τραγουδούσε ο άφωνος να πούμε..

"My secret combination is a mystery for you! Use your imagination I'm not easy, but I'm true!..my secret combination boy you have to try hard, to win a destination in the center of my heart!" χτύπησε την κουτάλα στην άκρη της κατσαρόλας και την άφησε δίπλα.

Μετά ξανατραγούδησε το ρεφρέν πάλι, μόνο που αυτή τη φορά κουνιόταν ολόκληρος!

Είχα μείνει να τον κοιτάω σαν χάνος, με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα ανοιχτό. Τα πόδια μου είχαν κολλήσει στο πάτωμα και ο λαιμός μου ξερός, να μην μπορώ να βγάλω φωνή.

Σε μια φάση έτσι όπως χόρευε, γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε. Κοκκάλωσε για μια στιγμή αλλά μετά συνήλθε. Έκλεισε την μουσική και με κοίταξε ντροπιασμένος. Εγώ ακόμα ήμουν στην ίδια στάση με πριν. Ήρθε κοντά μου και πήρε την σακούλα από το χέρι μου, δεν κουνήθηκα. Την άφησε στο τραπέζι και ήρθε μπροστά μου. Με κοίταξε, μου έπιασε τα μπράτσα και άρχισε να με ταρακουνάει.

"Μαρία; Μαρία μίλα μου!" είπε.

Τον κοίταξα και συνήλθα. Έκλεισα το στόμα μου και πίεσα τα χείλη μου μεταξύ τους. Όχι, δεν κρατήθηκα! Μου ήταν αδύνατον!

Άρχισα να γελάω τόσο δυνατά και τόσο πολύ που έπεσα κάτω και χτυπούσα το πάτωμα. Κρατούσα την κοιλιά μου και σκούπιζα τα μάτια μου από το κλάμα που έριξα γελώντας.

"Δεν σοβαρολογείς έτσι;" είπα μετά από λίγο.

Με κοίταξε αλλά για απάντηση πήρα το κόκκινο χρώμα που πήραν τα μάγουλά του.

Χαμογέλασα. Στρώσαμε το τραπέζι και αρχίσαμε να τρώμε.

"Οι γονείς σου;" με ρώτησε.

"Ο πατέρας μου έφυγε δύο χρόνια πριν από ατύχημα στο δρόμο και έτσι η μαμά μου παντρεύτηκε ξανά. Αυτός που είδες όταν είχες έρθει την πρώτη φορά ήταν ο πατριός μου, αλλά είναι πολύ καλός." είπα και άφησα ένα δάκρυ να κυλήσει αλλά το σκούπισα γρήγορα και χαμογέλασα.

"Δεν έπρεπε να ρωτήσω, λυπάμαι." είπε μετανιωμένος.

"Τι; Όχι, όχι είμαι καλά, δεν πειράζει αλήθεια." είπα.

"Καιι που είναι τώρα;" ρώτησε.

"Η μαμά μου επαγγελματικά ταξίδια και ο μπαμπάς μου δουλειά, θα αργήσει σήμερα και θα έρθει το βράδυ."

"Τι δουλειές κάνουν;" ρώτησε.

"Η μητέρα μου βοηθός σε εταιρία και ο πατριός μου δουλεύει σε σούπερ μάρκετ." είπα.

"Μάλιστα.." είπε.

"Εσένα πως είναι οι γονείς σου;" ρώτησα.

"Καλά..γιατροί και οι 2..καταλαβαίνεις, λείπουν ώρες." είπε θλιμμένα.

Σηκώθηκα από την καρέκλα και πήγα από πίσω του. Τον αγκάλιασα και τον φίλησα τρυφερά στο μάγουλο. Έκλεισε τα μάτια του και χαμογέλασε. "Θα μπορούσες να μείνεις εδώ σήμερα αν θέλεις." πρότεινα δειλά και ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε. "Για να μην είσαι μόνος σου κιόλας.." συμπλήρωσα.

Με κοίταξε. "Θα το ήθελα πολύ." είπε.

Χαμογέλασα. "Ωραία." είπα και πήγα στο σαλόνι.

Επέστρεψα με δύο τηλεχειριστήρια στο χέρι. Με κοίταξε με απορία. "Θα δεις." είπα και του έκλεισα το μάτι. "Σήκω πάνω." πρόσταξα ευγενικά 'και καλά τώρα' και του έδωσα το ένα. Πήγα στο λάπτοπ και τον κοίταξα πονηρά.

"Κυρίες και κύριοι." είπα έχοντάς το τηλεχειριστήριο κοντά στο στόμα κάνοντας πως είναι μικρόφωνο. "Ευχαριστούμε θερμά που είστε εδώ σήμερα μαζί μας. Θα τραγουδήσουμε ένα κομμάτι, που είναι το αγαπημένο του Κωνσταντίνου." είπα και χαχάνισα. Εκείνος με χτύπησε ελαφριά στο μπράτσο και γέλασα. "Τώρα, αν τα μάτια σας πεταχτούν έξω και τα αυτιά σας ματώσουν, ο γατόπαρδος.." είπα και τον έδειξα ολόκληρο με την ελεύθερη παλάμη μου.."και η Θεά.." είπα και με έδειξα.."δεν έχουν καμία ευθύνη." τελείωσα τον λόγο μου και εκείνος γέλασε. "Τι γελάς ρε;" τον ρώτησα.

"Θεά; Αλήθεια;" είπε και έσκασε στα γέλια.

"Ναιπ, γιατί είμαι." είπα και του έβγαλα την γλώσσα. "Τώρα ΣΚΑΣΕ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑ!" πρόσταξα και έβαλα το τραγούδι της Καλομοίρα από την αρχή.

Αρχίσαμε να τραγουδάμε και να χορεύουμε. Όταν τελειώσαμε ήμασταν ιδρωμένοι και αρκετά κοντά ο ένας στον άλλον. Βαριανασαίναμε και κοιτούσαμε ο ένας τα μάτια του άλλου.

"Πάω να κάνω ένα μπάνιο." είπα αφού συνήλθα λίγο και έτρεξα απάνω. Μετά από 1:30 ώρες ήμουν έτοιμη. "Θες να κάνεις και εσύ;" ρώτησα.

"Ναιι." απάντησε.

"Μπες." είπα.

Όσο ήταν στο μπάνιο εκείνος, εγώ συμμάζευα την κουζίνα. Μετά από 20 λεπτά τελείωσε και εγώ έπλενα τα πιάτα. Δύο χέρια τυλίχτηκαν γύρω μου και τρόμαξα. Το πιάτο έπεσε στον νεροχύτη αλλά ευτυχώς δεν έσπασε.

"Σε τρόμαξα;" με ρώτησε.

"Ναι." είπα ταραγμένη.

"Εε..ηρέμησε!" είπε και με γύρισε προς το μέρος του. Μου χάιδεψε το μάγουλο και έκλεισα τα μάτια για να απολαύσω το χάδι του. "Είσαι πολύ όμορφη." είπε απλά.

"Ναι, αν εξαιρέσεις την κίτρινη ποδιά, τα μαλλιά μου σε κότσο, στα χέρια μου σαπουνάδες, μάτια κόκκινα και την κοιλιά μου, που είναι λες και είμαι έγκυος 4 μηνών, αφού έφαγα τα μακαρόνια σου....ναιι γιατί όχι;" είπα ειρωνικά και γέλασε.

Γύρισα ξανά προς την βρύση για να βγάλω το σαπούνι από τα χέρια μου. Τα δάχτυλά του χάϊδευαν την πλάτη μου και ήταν λες και έπαιρνα φωτιά!

"Γαμώτο σου Κωνσταντίνε!" ψιθύρισα και γύρισα προς το μέρος του.

"Θες να μου πεις ότι τα μακαρόνια μου παχαίνουν;" ρώτησε θιγμένος.

"Αυτό έχεις να πεις μόνο;" τον ρώτησα.

"Να πω ναι." είπε.

"Γιατί έχεις και να κάνεις;" τον ρώτησα με σηκωμένο φρύδι.

Το ένα του χέρι πέρασε στην μέση μου, φέρνοντάς με πιο κοντά του. Τα χέρια μου ακουμπούσαν το στήθος του. Το άλλο χέρι του προσγειώθηκε με δύναμη στον γοφό μου. Άθελά μου, βγήκε από το στόμα μου ένας αναστεναγμός.

Γέλασε. "Σσ, μωρό μου." ψιθύρισε και ένιωσα να ανατριχιάζω, μου δάγκωσε τον λοβό. Δάγκωσα το κάτω χείλος μου δυνατά γιατί είμαι σίγουρη ότι θα έβγαζα βογκητά. Με κοίταξε στα μάτια και μου δάγκωσε την μύτη απαλά. Όρμησε στα χείλη μου καθώς τα χέρια του έκαναν βόλτες στο κορμί μου. Τα χέρια μου πέρασαν μέσα από τα καστανά μαλλιά του. Τα τραβούσα και μούγκριζε από ευχαρίστηση. Μου δάγκωσε το κάτω χείλος και έβαλε την γλώσσα του στο στόμα μου. Τα χέρια του βρέθηκαν στους γοφούς μου και πέρασα κατευθείαν τα πόδια μου γύρω από την μέση του. Με ακούμπησε πάνω στο πάγκο και τα χέρια του μου έλυσαν την ποδιά καθώς με φιλούσε ακόμα. Μου την έβγαλε και άρχισε να φιλάει τον λαιμό μου καθώς τα δάχτυλά του χάϊδευαν τα μπούτια μου. Τραβούσα τα μαλλιά του και αναστέναζε βαριά.

"Μαρία..σε θέλω.." ψέλλισε καθώς έβγαζε το σορτσάκι μου....

----

Επ!:3 ρε παιδιάα..κάνει ζέστη ή εγώ ζεσταινομαι; Χδ χεχεχ<3

Χμμμ! 1) μάθαμε επιτέλους κάτι και για αυτόν τον Νίκο!
2) Μαρία-Κωνσταντίνος μόνοι σπίτι; Χμμμ:3
3) Ωπ! Να και τα μακαρονια;)
4) βρε βρε τον Κωστάκη! Και δεν του το είχα! Την επόμενη φορά αγόρι μου, εσένα θα στείλουμε στην Eurovision! Xoxoxo:$
5) είχαμε και συζήτηση για τους γονείς τους
6) εε και στο τέλος..κλασσικά! Τι καλύτερο θα μπορούσαν να κάνουν 2 17χρονα μόνοι τους; Χεχεχ;)'

Αυτά για τώρα!
*ΦΙΛΙΑ* ντονατσάκια μου! Λοβ γιαα<3
-Ροδ:3'

25 страница28 августа 2015, 01:44