Κεφάλαιο 33ο
-Χρυσάνθη-
"Αγάπη μου, ειλικρινά..δεν ξέρω!.."είπα και με κοίταξε.
Ο χαρακτηριστικός ήχος του μηνύματος ακούστηκε. Έστριψα το σώμα μου προς το κομοδίνο και τέντωσα το χέρι μου. Άρπαξα το κινητό και το ξεκλείδωσα.
Από Ελενάκι<3:
'Έλα από εδώ μαζί με το Σταύρο.
Γρήγορα! Είναι επείγον.'
"Σήκω!"φώναξα στον Σταύρο.
"Τι έγινε;"με ρώτησε.
"Πάμε στην Ελένη είναι επείγον."είπα.
"Έγινε κάτι;"ρώτησε.
"Δεν ξέρω, θα μάθουμε μόλις πάμε."απάντησα.
-Μαρία-
"Μμ"μούγκρισα. "Αχ, τι ωραία!"αναφώνησα. "Πωπω!Παράδεισος!"αναστέναξα. "Άου!Αυτό πόνεσε."παραπονέθηκα. "Ρε Κωνσταντίνε πιο δυνατά!"απαίτησα. "Εντάξει,όχι και τόσο!"είπα. "Αχ, ναι εκεί!"αναστέναξα. "Κωνσταντίνε, πονάω!"είπα.
"Θα σταματήσεις πια;"είπε και κατέβηκε από πάνω μου.
"Ναι!Πες μας ότι εγώ φταίω κιόλας!"είπα και καλύθφηκα με το σεντόνι.
"Με έχεις ζαλίσει όμως!"είπε αγανακτισμένα.
"Δεν φταίω εγώ που τα χέρια σου είναι ατσούμπαλα!"είπα και κοίταξα έξω από το παράθυρο.
"Υποννοείς κάτι;"με ρώτησε.
"Ότι δεν κάνεις για τέτοιου είδους πράγματα!"είπα και τον κοίταξα.
"Ωω, μα ναι! Φυσικά! Μήπως θες να σε πάμε και σε κανέναν επαγγελματία να στο κάνει;"ρώτησε ειρωνικά.
"Κωνσταντίνε, δεν πας να δεις αν έρχομαι;"είπα θυμωμένα.
"Καλάααα..την επόμενη φορά, εσύ θα μου κάνεις μασάζ στην πλάτη, στο λέω!"αναφώνησε.
Πήγα να απαντήσω αλλά με διέκοψε το κινητό μου. Το άνοιξα.
Από Ελέεενη<3:
'Πάρε τον Κωνσταντίνο και ελάτε σπίτι μου.
Είναι επείγον!.'
"Φεύγουμε."είπα καθώς κούμπωνα το σουτιέν.
"Γιατί καλέ;"ρώτησε.
"Πάμε στην Ελένη. Είναι επείγον."είπα και έβαλα την μπλούζα μου.
-Ελένη-
"Έρχονται;"με ρώτησε η θεία Στέλλα.
"Ναι."απάντησα μονολεκτικά.
Είχαμε καθίσει στην κουζίνα και βρισκόταν απέναντί μου.
Σχημάτισα τον αριθμό του Γιάννη.
"Έλα μωρό."ακούστηκε η φωνή του.
"Γειάαα, να σου πω..μπορείς να έρθεις από εδώ τώρα;"τον ρώτησα.
"Έγινε κάτι;"ακούστηκε αγχωμένος.
"Μια χαρά είμαι, ηρέμησε. Μπορείς να έρθεις σε παρακαλώ;"του είπα.
"Σε 10' είμαι εκεί."απάντησε.
"Οκ, φιλάκιαα!"είπα.
"Φιλιάα."απάντησε και το κλείσαμε.
Μετά από 30 λεπτά το κουδούνι χτύπησε και σηκώθηκα να ανοίξω. Και οι 5 τους είχαν έρθει μαζί και μπήκαν μέσα.
"Τι έγινε;"ρώτησε η Χρυσ.
"Όλα καλά; Έπαθες κάτι;"ρώτησε η Μαρία.
"Έγινε κάτι;"ρώτησε ο Κωνσταντίνος.
"Είσαι καλά;"ρώτησε ο Σταύρος.
"Μωρό μου ανησύχησα!"είπε ο Γιάννης.
Αναστέναξα. "Ακουλουθήστε με."είπα.
Κατευθυνθήκαμε όλοι μαζί προς την κουζίνα. "Καθίστε."είπα και τους έδειξα τις καρέκλες.
Την κοίταξα. "Θεία; Θα ήθελες να ξεκινήσεις;"της έδωσα τον λόγο. Όλοι την κοιτούσαν με αγωνία, το ίδιο και εγώ. Είχα δέσει τα δάχτυλά μου μεταξύ τους και τα είχα ακουμπήσει απάνω στο τραπέζι και απλώς περίμενα.
-Θεία Στέλλα-
Τους κοιτούσα και τους 6 έναν-έναν. Τόσο μικροί, τόσο αθώοι. Θα μπορούσαν να το αντέξουν; Πληρώνουν για λάθη και μαλακίες που έκαναν οι μητέρες τους..
Όμως τέρμα τα ψέμματα. Ώρα για αλήθεια.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα. "Με λένε Στέλλα. Είμαι αδερφή της Νίκης, της μαμάς της Ελένης. Μια φορά και έναν καιρό, εκεί πάνω ψηλά, στην Θεσσαλονίκη ζούσε μια οικογένεια. Μια ευτυχισμένη και χαρούμενη οικογένεια θα έλεγα."είπα και κοίταξα κάτω. "Μια ημέρα όμως, μια μοιραία νύχτα, μια φωτιά ξέσπασε και το σπίτι μας κάηκε. Οι γονείς μας πρόλαβαν να μας βγάλουν, αλλα εκείνοι δεν τα κατάφεραν."είπα και είχα βουρκώσει. "Οι γείτονες που είδαν το σκηνικό κάλεσαν την αστυνομία και την πυροσβεστική να έρθει. Μετά από 20 λεπτά ήρθαν αλλά ήταν ήδη πολύ αργά."δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλάνε. "Καταλήξαμε σε ορφανοτροφείο. Η Νίκη ήταν 2 χρόνια μεγαλύτερη και όταν βγήκε από εκεί πέρα μέσα, μου υποσχέθηκε ότι θα πιάσει δουλειά και θα βρει ένα σπίτι."είπα και σήκωσα ελαφριά το κεφάλι μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα ξανά. "Όταν έφτασα και εγώ στα 18 μου χρόνια, η Νίκη είχε κρατήσει την υπόσχεσή της."είπα και κοίταξα την Ελένη. "Όταν την ρώτησα για την δουλειά, άργησε λίγο να μου απαντήσει. Μου εξήγησε ότι ήταν μπλεγμένη με έναν άνθρωπο της νύχτας και ότι πούλαγε το σώμα της στους άντρες. Θόλωσα, θύμωσα μαζί της. Γιατί να το κάνει αυτό;"είπα και τους κοίταξα όλους με δάκρυα στα μάτια. "Αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Εγώ έπιασα δουλειά σε καφετέρια και έβγαζα και εγώ λευτά γιατί δεν ήθελα να φέρνει μόνο εκείνη χρήματα στο σπίτι. Στο νυχτερινό κλαμπ που δούλευε είχα πάει μόνο 3-4 φορές. Δεν μπορούσα παραπάνω. Όλοι οι άντρες ήταν τόσο μαγεμένοι από αυτές που χόρευαν και το μόνο που σκεφτόντουσαν ήταν πως να τις βάλουν κάτω. Εκεί μέσα, έκανε και κάποιες φίλες."είπα και έκανα μια πάυση. "Εκεί γνώρισε την Κατερίνα,.."είπα και η Χρυσάνθη με κοίταξε αναστατωμένη. "..την Χριστίνα,.."είπα και ο Γιάννης με κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα. "Και την Αναστασία."είπα και ο Σταύρος κάλυψε με τα χέρια του το πρόσωπό του. "Και οι 4 τους έκανα το ίδιο πράγμα, την ίδια δουλειά, την ίδια συνήθεια, μόνο και μόνο για να ζήσουν."είπα και ξεφύσηξα δυνατά. "Μια ημέρα, η Νίκη δεν άντεχε άλλο, είχε εξαντληθεί και μαζί και οι φίλες τις, όμως δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τα χέρια αυτού του ανθρώπου, όσο και να το ήθελαν."είπα και έκλεισα τα μάτια. "Μια ημέρα, φύγαμε. Εγώ, η Νίκη, η Χριστίνα, η Αναστασία και η Κατερίνα. Ήρθαμε εδώ στην Αθήνα και αρχίσαμε να φαιρόμαστε όπως οι κοπέλες της ηλικίας μας. Βγαίναμε σαν κλαμπάκια, τρώγαμε, πείναμε.."έλεγα και χαμογέλασα πικρά."Πιάσαμε και δουλειές. Εγώ αποφάσισα να ανοίξω ένα μαγαζί στο εμπορικό, μιας και λάτρευα τα ρούχα και την μόδα. Τα υπόλοιπα κορίτσια ήταν σε καφετέριες ή σε εστιατόρια."είπα και τους κοίταξα ξανά. "Και εδώ κάναμε κι άλλες φίλες. Την Νατάσσα,.."είπα και κοίταξα τον Κων/νο. "..και την Κωνσταντίνα."είπα και κοίταξα την Μαρία. "Και εδώ γνώρισαν και τους άντρες τους φυσικά!."είπα. "Όμως.."είπα και δάκρυα κύλησαν. "..αυτό που δεν είχαμε υπολογίσει είναι ότι κάτι άντρες μας είχαν ακολυθήσει..και μας έσυραν πίσω στη Θεσσαλονίκη με το ζόρι. Τα κορίτσια όλα είπαν στους άντρες του ότι θα πηγαίναμε για διακοπές εκεί και εκείνοι συμφώνησαν."είπα και πήρα ανάσα. "Μας κράτησαν εκεί για ολόκληρους 7 μήνες. Μας έκανα ότι ήθελαν. Είχαμε γίνει τα παιχνιδάκια τους για τόσους μήνες. Τελικά όμως τους ξεφύγαμε πάλι αλλά δεν μας είχαν βρει."είπα και κοίταξα το πάτωμα. "Όμως μας παρακολουθούσαν, δεν εμφανιζόντουσαν παρόλο την κατάλληλη στιγμή.."είπα. "Τα κορίτσια συνέχισαν τις ζωές τους και μετά έκαναν εσάς παιδιά."είπα και τους κοίταξα. "Εκείνοι, εκείνος, φταίει για τους θανάτους των γονιών σας."τελείωσα. "Και αν το παρατηρήσετε καλά, όλοι οι θάνατοι είναι την νύχτα. Πάντα του άρεσε η νύχτα και ειδικά το φεγγάρι, αυτό το φως του, τον έκανε να μοιάζει σκληρό,ανίκητο."συμπλήρωσα.
Με κοιτούσαν κοκκαλωμένοι. "Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο;"ρώτησε η Χρυσάνθη.
"Γιατί την πρώτη φορά τους είχαμε ξεφύγει και ήθελαν να μας εκδικηθούν."απάντησα.
"Και η μητέρα μου με της Μαρίας γιατί να πληρώσουν και εκείνες;"ρώτησε ο Κωνσταντίνος και έσκυψε το κεφάλι.
"Παιδιά, όλοι μας θα πληρώσουμε, εγώ, οι γονείς σας, οι κοντινοί φίλοι των γονιών σας, οι συγγενείς σας, και γενικά όσοι ξέρουν για αυτή την ιστορία."είπα. "Ακόμα και εσείς."συμπλήρωσα.
"Και..το όνομά του ποιο είναι;"ρώτησε ο Σταύρος και τον κοίταξα.
"Παιδιά, πραγματικά, αν μιλήσω, θα..θα πεθάνω. Δεν μπορώ. Μας παρακολουθούν, είμαι σίγουρη το νιώθω."είπα δειλά.
Ο Σταύρος χτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι και ξεφύσηξε δυνατά. "Τον ξέρουμε τουλάχιστον;"ρώτησε.
Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. "Ναι."απάντησα και κοίταξα την Χρυσάνθη έντονα.
----
Δεν ξέρω για εσάς αλλά εγώ, έχω μείνει μαλάκας..ποιος να το περίμενε;
Άραα μάθαμε τι έγινε επιτέλους στο παρελθόν, δόξασην χριστέ και παναγιά, μετά από 32 κεφάλαια!
Άρα "κάτω από το φως του φεγγαριού" είδαμε γυναίκες να χορεύουν σε μπαρ, έναν άνθρωπο της νύχτας και πολλούς θανάτους:)
Καιι τι θα γίνει στο επόμενοο;
Θα το δούμε σύντομα.
*ΦΙΛΙΑ* ντονατσάκια μου!
-Ροδ:3'
