Κεφάλαιο 32ο
-Χρυσάνθη-
Είναι τέλη Μαΐου. Οι πανελλήνιες θα αρχίσουν σε λίγες ημέρες, κι όμως εγώ δεν είχα καμία όρεξη για τίποτα. Πως να έχω μετά από εκείνη την ημέρα της πρωτοχρονιάς;
Δεν προλάβαμε. Η σφαίρα βρήκε κατευθείαν στην καρδιά. Ξεψύχησε στα χέρια μας. Πως μπορεί κανείς να αντέξει το θάνατο ενός ανθρώπου; Ενός αγαπημένου σου ανθρώπου; Ενός ανθρώπου που με δημιούργησε; Δεν θα ξανακούσω την φωνή του. Δεν θα με ξαναπεί κορούλα του. Αγάπη του, ψυχή του. Δεν θα με παίρνει αγκαλιά ή δεν θα με φιλάει στο κούτελο για καληνύχτα. Δεν θα μου χαιδεύει τα μαλλιά ή δεν θα με παρηγορεί ποτέ ξανά.
"Κορούλα μου;"είπε η μαμά και γύρισα να την δω. Στεκόταν στην πόρτα και με παρατηρούσε. Ήταν και εκείνη βουρκωμένη όπως και εγώ.
"Μαμά μου;"είπα και η φωνή μου έσπασε.
Ήρθε δίπλα μου και κάθισε στο κρεβάτι. Με έβαλε στην αγκαλιά της και άρχισα να κλαίω. Ελεύθερωσε και εκείνη κάποια δάκρυα που κρατούσε.
Μου χάιδευε την πλάτη. "Έλα μωρό μου, ηρέμησε. Είσαι δυνατή. Είμαστε δυνατές."είπε. "Ήρθε να σε δει ο Σταύρος."είπε μετά από λίγο.
Βγήκα από την αγκαλιά της και σκούπισα κάποια δάκρυα από τα μάγουλά μου. "Εντάξει, έρχομαι."είπα.
"Μήπως θες να του πω να έρθει εκείνος εδώ να μην κατεβαίνεις κάτω;"με ρώτησε και έγνεψα.
Έφυγε και έμεινα μόνη, για λίγο.
Η πόρτα μου χτύπησε 2 φορές ρυθμικά. "Περάστε."είπα.
Την άνοιξε. "Μωρό μου;"είπε και τα μάτια μου καρφώθηκαν στις σακούλες που κρατούσε. Μπήκε μέσα και τις άφησε στο γραφείο.
Ήρθε δίπλα μου. "Πως είσαι;"ρώτησε.
Τον κοίταξα. "Τα ίδια."είπα και ξεφύσηξε. "Τι είναι αυτά;"ρώτησα και του έδειξα με το δάχτυλό μου τις σακούλες.
Χαμόγελασε. "Κάτι για σένα."είπε και μου ζούληξε λίγο την μύτη με το δάχτυλό του.
Σηκώθηκε και άνοιξε τις σακούλες. "Να μωρέ επειδή ξέρω ότι σήμερα είσαι αδιάθετη, είπα να σου φέρω λίγα πραγματάκια."είπε καθώς έβγαζε τα περιεχόμενα. "Οικογενειακό παγωτό σοκολάτα-βανίλια-φράουλα, σοκολάτες lacta, Ion, Παυλίδης, ζελεδάκια, μπισκότα με όλες τις γεύσεις, καραμέλες.."έλεγε καθώς τα ακουμπούσε στο γραφείο. "Επίσης έφερα ρομαντικές ταινίες και χαρτομάντηλα."είπε και γύρισε να με δει. "Θα χρειαστούν."συμπλήρωσε και γέλασε χαμηλόφωνα.
"Μωρό μου ήρθες να μου φτιάξεις το κέφι ή να με παχύνεις;"ρώτησα και γέλασε δυνατά.
"Δεν με ενδιαφέρει και να παχύνεις!"είπε και με πλησίασε.
Με σήκωσε και με φίλησε πεινασμένα. Πέρασε την γλώσσα του στο στόμα μου και με αναστάτωνε! Πέρασα τα χέρια μου πίσω από το λαιμό του και τα δικά του γύρω από τη μέση μου και με έφερε πιο κοντά.
Μετά από λίγο απομακρύνθηκε. "Πάω να φέρω κουταλάκια για το παγωτό και χαρτοπετσέτες."είπε. Με χούφτωσε στο μπούτι και μου έκλεισε το μάτι. Εγώ τον κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα. "Μην με κοιτάς έτσι μωρό μου! Έχεις-δυστυχώς-περίοδο! Με την μητέρα φύση να τα βάλεις, όχι μαζί μου!"είπε και άνοιξε την πόρτα για να βγει.
"Ηλίθιε!"αναφώνησα και πέταξα ένα μαξιλάρι προς το μέρος του, αλλά πρόλαβε και βγήκε έξω, με αποτέλεσμα το μαξιλάρι να πέσει απάνω στην κλειστή πόρτα.
Άκουσα το δυνατό γέλιο του καθώς κατέβαινε κάτω.
Θα τον σκοτώσω! Ειδικά τώρα που είναι και οι μέρες μου, δεν μου γλυτώνει με την καμία! Χάθηκε να έχω και κανένα μαχαίρι εδώ κάπου κοντά; Πφφ τέλος πάντων!
Ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοιτούσα το ταβάνι. Ξαφνικά μπήκε μέσα το ζώον, εεε ο Σταύρος ήθελα να πω, με δύο κουτάλες.
"Πας καλά παιδάκι μου;! Τι κουτάλια είναι αυτά; Αυτά είναι τα μεγάλα που τα χρησιμοποιώ για να τρώω δημητριακά!"είπα.
"Αλήθεια; Εγώ με τέτοια τρώω το παγωτό!"είπε. "Έλα ρε Χρυσ! Είναι πιο ωραία έτσι! Παίρνεις και μεγαλύτερες ποσότητες έτσι."είπε καθώς προσπαθούσε να ανοίξει το καπάκι από το παγωτό.
Τον κοιτούσα που πάλευε με την συσκευασία και χαχάνισα. "Έλα εδώ ρε βλήμμα!"είπα και ήρθε. "Μαζί με το παγωτό εννοούσα!"είπα.
"Αα, ναι συγνώμη."είπε και μου το έδωσε.
"Χρυσ μου, είναι λίγο δύσκολο, δεν νομίζω να μπορέσεις να το ανοί-.."είπε αλλά δεν τελείωσε γιατί το είχα ανοίξει ήδη. "Πως στο καλ-"πήγε να πει αλλά τον διέκοψα.
"Όλα τα κορίτσια όταν πεινάνε ή όταν έχουν περίοδο είναι εξειδικευμένες να ανοίγουν και τα πιο δύσκολα πράγματα, οπότε φέρε κουτάλι ΤΩΡΑ!"είπε και μου το έδωσε. "Θενξ μωρό!"είπα και τον φίλησα πεταχτά.
Ήρθε δίπλα μου. "Εε όχι όλο δικό σου!"είπε.
Το τράβηξα προς την πλευρά μου. "Τι λε ρε; Σιγά μην το φας όλο αυτό εσύ!"είπα και του έβγαλα την γλώσσα αλλά πρόλαβε και μου την δάγκωσε. "Αουτς! Ρε Σταύρο!"παραπονέθηκα και πρόλαβε να μου πάρει το παγωτό!
Το άρπαξε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το έβαλε πάνω από το κεφάλι του. "ΔΙΚΟ ΜΟΥ!"φώναξε.
Του χάρισα ένα δολοφονικό βλέμμα. "Δώστο πίσω μωρή αλεπού!"είπα και με γρήγορες κινήσεις σηκώθηκα και εγώ από το κρεβάτι.
"Ποτέ!"είπε και γέλασε μοχθηρά.
"Τώρα θα δεις!"είπα. Πήδηξα στο κρεβάτι και μετά απάνω του.
Πέσαμε και οι δύο κάτω και το παγωτό λίγο παραπέρα. Το είδαμε και οι δύο. Σηκώθηκα από πάνω του και πήγα να τρέξω μόνο που μου έπιασε την πατούσα και έχασα την ισσοροπία μου. Βρέθηκα στο πάτωμα με εκείνον από πάνω μου.
"Πας κάπου;"με ρωτάει.
"Στο παγωτό μου!"απάντησα και τον έσπρωξα με δύναμη να φύγει από πάνω μου.
Έπεσε δίπλα μου και σηκώθηκα γρήγορα όμως το χέρι του, που τυλίχτηκε στη μέση μου, με σταμάτησε για ακόμα μια φορά. Με άρπαξε απάνω του και με πέταξε στο κρεβάτι. Έτρεξε και πήρε το παγωτό από το πάτωμα.
"Τι έχεις να πεις;"με ρώτησε με ύφος νικητή.
Σηκώθηκα και τον πλησίασα. "Ότι αυτό θα πονέσει."είπα.
"Ποιο;"ρώτησε.
Του έχωσα μία στο καλάμι με δύναμη και το παγωτό του έφυγε από τα χέρια. Το πήρα και επέστρεψα στο κρεβάτι.
Μετά από λίγο σηκώθηκε από το πάτωμα και με κοίταξε που έτρωγα."Θύμησε μου την επόμενη φορά που έχεις περίοδο να μην σε προκαλέσω ξανά."είπε καθώς έτριβε το καλάμι του.
"Φυσικά μωρό μου!"αναφώνησα και συνέχισα να τρώω.
(..)
"Πολύ περίεργο όμως."είπε.
"Ποιο μωρό μου;"τον ρώτησα.
"Όλα αυτά που συμβαίνουν."είπε.
"Δεν σε καταλαβαίνω.."είπα.
"Εννοώ, το πως βρεθήκαμε εδώ και όλοι εμείς να έχουμε χάσει από κάποιον.."
"Όντως."απάντησα. "Μπορεί να είναι κάτι τυχαίο."είπα.
Ήταν σκεπτικός. "Χρυσ, στην ζωή, δεν είναι τίποτα τυχαίο!"απάντησε. "Γιατί να γίνει αυτό;"ρώτησε περισσότερο τον εαυτό του παρά εμένα. "Οι γονείς της Ελένης τι έφταιξαν; Ο μπαμπάς της Μαρίας; Η μαμά μου; Γιατί να την σκοτώσουν αυτοί; Τι τους έφταιξε; Τους έκανε κάτι παλιά; Ο δικός σου μπαμπάς τι έφταιξε; Δεν λέω! Αστυνομικός, αλλά φαινόταν πολύ καλός άνθρωπος και από όσο ξέρουμε ήταν δίκαιος με όλους και δεν είχε εχθρούς...γιατί όλα αυτά; Γιατί;"ρωτούσε.
Δεν μπορούσα να του απαντήσω, δεν ήξερα! ..
-Ελένη-
"Θεία; Θεία;! Είναι έτοιμο το φαίιι! Έλα να φάμεε!!"φώναξα.
Είχα φτιάξει μπιφτέκια με πουρέ πατάτας και ναι ήμουν σπίτι μαζί με την θεία μου, αλλά δεν απαντάει όμως!
"Θεία; Θεία Στέλλα, που είσαι;"φώναζα καθώς ανέβαινα τα σκαλιά. "Καλέ Θεία;"είπα.
Ήμουν στον δεύτερο όροφο και την έψαχνα. Άνοιγα τις πόρτες μία-μία αλλά ήταν άφαντη!
Παρατήρησα μία πόρτα η οποία ήταν ξύλινη. "Αυτή πως και δεν την είχα προσέξει;"ρώτησα χαμηλόφωνα και την άνοιξα.
Έκανε έναν περίεργο ήχο αλλά άνοιξε. Μπήκα μέσα και μύριζε κλεισούρα και είχε και πολλή σκόνη. Είχε ιστούς από αράχνες στις γωνίες και πολλές κούτες γύρω-γύρω. "Είχαμε εμείς ποτέ σοφίτα;"αναρωτήθηκα ξανά πάλι μόνη μου.
Παρατήρησα μια κούτα που ήταν ανοιχτή. Περπάτησα ως εκεί και είδα κάποιες φωτογραφίες και τις έβγαλα έξω.
Ήταν η μαμά μου και ο μπαμπάς μου χαμογελαστοί σε όλες. Είχα βουρκώσει. Έχουν συμβεί τόσα πολλά τον τελευταίο χρόνο που πραγματικά τους είχα ξεχάσει, έστω και λίγο.
Η ματιά μου έπεσε στην διπλανή κούτα. Στο πλάι της έγραφε 'ΟΧΙ' με κεφαλαία γράμματα και ήταν γραμμένο με κόκκινο μαρκαδόρο.
"Το όχι;"αναρωτήθηκα ξανά μόνη μου.
Πήγα προς τα εκεί και την άνοιξα. Έβγαλα από μέσα κάτι φωτογραφίες και τις κοίταξα.
"Όχι, όχι, όχι!" έλεγα σε κάθε φωτογραφία που έβλεπα. "Τι είναι αυτά;!"φώναξα και δάκρυα ξεχείλιζαν από τα μάτια μου.
"Έλένη;"άκουσα μια φωνή και γύρισα προς την πόρτα. Κοίταξε τις φωτογραφίες που είχα στο χέρι μου και το κουτί ανοιχτό. Έβαλε το χέρι της στο στόμα της για να μην ουρλιάξει. "Κοίτα Ελένη να σου εξηγήσω."είπε.
Εγώ έκλαιγα. "Ωραία, ξεκίνα."είπα.
Με κοίταξε για λίγο. "Ελένη, πάρε τηλέφωνο και τα υπόλοιπα παιδιά να έρθουν."είπε και γύρισε να φύγει. "Έχω να σας πω μια ιστορία."συμπλήρωσε και άκουγα μόνο τα τακούνια της που αντηχούσαν στο δωμάτιο να απομακρύνονται, και εγώ να έχω πέσει κάτω και να κάθομαι στα γόνατα με σκυμμένο το κεφάλι.
----
Χέλοου!!! Τι κάνετε; Ορίστε βρε! Ακόμα ένα κεφάλαιο!:)
Άρα!:3:
1) Τελικά αυτός που πέθανε ήταν ο πατέρας της Χρυσ. R.I.P mister Chris!:'(
2) Αυτοί καλέ(χρυσ-σταυρος)τσακώνονται για ένα παγωτό! Ο χριστός και η παναγία!χδ
3) ο Σταύρος είπε ότι 'στη ζωή δεν είναι τίποτα τυχαίο.'...παιδί μου εσύ θα γίνεις πολύ σοφός!:Ρ
4)Μάθαμε καλέ πως λένε την Θεία της Ελένης,..Στέλλα!;)
5)Η Ελένη ανακαλύπτει ότι υπάρχει σοφίτα στο σπίτι!:ο
6)Βρίσκει ένα κουτί και κοιτάει τις φωτογραφίες αλλά την σοκάρουν!
7) Η θεία Στέλλα θέλει να πει μια ιστοριούλα, όμως δεν θα την πει ΜΟΝΟ στην Ελένη αλλά και σε όλη την παρέα.
ΑΡΑ! : Η Θεία Στέλλα ήταν που τους παρακολουθούσε τα Χριστούγεννα ΚΑΙ εκείνη που ήταν στην σοφίτα και κοιτούσε φωτος...Ομγ,αποκαλύψεις!χΔ
Μέχρι το επόμενοο..*ΦΙΛΑΚΙΑ* ντονατσάκια μου!<3(χοχο φαΐ:3)
-Ροδ:3'
