31 страница10 сентября 2015, 01:48

Κεφάλαιο 31ο

-Ελένη-

Μικρά φιλάκια αισθάνομαι στον λαιμό μου και ανοίγω τα μάτια μου. Αχ, ρε Γιάννη!

"Καλημέρα!"είπα και χασμουρήθηκα.

"Μμ.."είπε και συνέχισε να με φιλάει.

"Τι κάνεις εκεί βόδι;"τον ρωτάω και χαχανίζω.

Σταματάει και με κοιτάει. Ξαπλώνει δίπλα μου κατσουφιασμένος. Στηρίζομαι στο αριστερό μου αγκώνα και τον κοιτάω. "Τι έπαθες;"τον ρωτάω.

Έκλεισε τα μάτια του. "Γιάννη μίλα μου."είπα αλλά δεν απαντούσε.

"Για το βόδι έτσι;"είπα με σηκωμένο φρύδι.

Γύρισε και απλώς με κοίταξε. Δεν μίλησε. Σηκώθηκα και πήγα προς την πλευρά του. Έσκυψα από πάνω του."Συγνώμη."είπα και του χάιδεψα το στέρνο. Μετά απομακρύνθηκα λίγο και του έπιασα το δεξί πόδι του. "Έλα! Πάμε, σήκω! Για μπάνιο. Τώρα."έλεγα και του το τραβούσα μέχρι που έπεσε στο πάτωμα.

"Γαμώτο σου Ελένη!"είπε και σηκώθηκε. Άρχισε να με κυνηγάει στο δωμάτιο όμως πολύ γρήγορα με έπιασε από την μέση και με τράβηξε κοντά του. Η πλάτη μου ακουμπούσε το στήθος του. Έβαλε τα μαλλιά μου στην άκρη και με φιλούσε στο λαιμό. Έκλεισα τα μάτια για να το απολαύσω. "Τι έγινε Ελενάκη; Σαρέσει;..Θα μου το πληρώσεις για την μελανιά!"είπε.

"Μμ..που; Στον κώλο;"ρώτησα και τον γύρισα το κεφάλι μου για να τον κοιτάξω.

"Ελένη!"είπε προειδοποιητικά.

Χαχάνισα."Μπάνιο, τώρα!"διέταξε και μου έχωσε μια ξυλιά στα πισινά. Γύρισα και τον κοίταξα με δολοφονικό βλέμμα. "Δεν αντιστάθηκα." είπε αισθησιακά και βγήκε από το δωμάτιο.

"Γιάαννη;;"τον φώναξα.

Ήρθε και στάθηκε έξω από την πόρτα. Με κοίταξε. "Τι έγινε;"με ρώτησε.

"Έτσι θα πας κάτω;"τον ρώτησα και τον έδειξα με την παλάμη.

Κοίταξε τον εαυτό του."Γιατί τι έχω;"είπε και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος του.

"Είσαι με το μποξεράκιι;"του είπα ειρωνικά.

"Ε και; Που είναι το πρόβλημα;"είπε.

"Έτσι θα εμφανιστείς κάτω στην γιαγιά σου;"τον ρώτησα και έβαλα τα χέρια στη μέση μου.

Ναιιι, ήμουν σπίτι του!

"Λες και δεν με έχει ξαναδεί δηλαδή!"είπε και γούρλωσα τα μάτια μου.

Εκείνος γέλασε με την αντίδρασή μου και κατέβηκε τις σκάλες.

-Γιάννης-

Κατέβηκα κάτω στην κουζίνα και βρήκα την γιαγιά μου να κάθεται και να πλέκει.

Μόλις με είδε σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου."Τι κάνει το καμάρι μου καλέεε;"ρώτησε, μου ζούλησε τα μάγουλα και με φίλησε στο κούτελο.

"Καλά γιαγιά, εσύ;"ρώτησα ενώ το πρόσωπό μου ήταν ακόμη χωμένο μέσα στα χέρια της.

"Καλά είμαι και εγώ."είπε και μου έκλεισε το μάτι. "Θες να σου κάνω ένα καφεδάκι, να ξυπνήσεις;"με ρώτησε.

"Έναν ελληνικό θα τον έπινα!"είπα και της χαμογέλασα αχνά.

Μου χαμογέλασε και εκείνη. "Καιι..πως τα πας με την κοπελιά;"με ρώτησε ενώ τα μάτια της δεν ξεκολλούσαν από το μπρίκι.

"Μια χαρά!"απάντησα.

"Χαίρομαι."είπε και μόλις ο καφές ήταν έτοιμος, τον σέρβιρε σε 2 κούπες. "Μία για εσένα και μία για την κοπελίτσα."μου είπε και συνέχισε να πλέκει.

Έφερα την κούπα κοντά στο στόμα μου και μύρισα τον καφέ.

"Καλημέραα!"άκουσα την φωνή της και γύρισα να την δω.

Φορούσε ένα τζιν άσπρο και μια ροζ πλεχτή μακρυμάνικη μπλούζα και τα άσπρα σταράκια της. Το πρόσωπό της δεν είχε ίχνος μακιγιάζ, καθώς το στόλιζε ένα πλατύ γλυκό χαμόγελο, ενώ τα μαύρα της μαλλιά ήταν πιασμένα σε μια αλογοουρά και τα πράσινα μάτια της έλαμπαν.

"Καλημέρα κόρη μου."είπε η γιαγιά μου και της χαμογέλασε."Πολύ όμορφη είσαι σήμερα!"της είπε και εκείνη κοκκίνησε.

"Σας ευχαριστώ."απάντησε εκίνη.

Η γιαγιά μου έβγαλε τα γυαλιά της και την κοίταξε. "Για όνομα του Θεού παιδί μου, σου έχω πει χίλιες φορές να μην μου μιλάς στο πληθυντικό."της είπε αγανακτισμένα. "Άλλωστε με κάνεις να φαίνομαι και γριά."είπε και γέλασαν.

Τις κοιτούσα καθώς έπινα τον καφέ και χαμογελούσα. Δεν νομίζω να έχω δει ωραιότερη εικόνα από αυτή. Την γυναίκα που με αγάπησε σαν δικό της παιδί και με φροντίζει ως και σήμερα, και την πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου που είναι δική ΜΟΥ να γελάνε μαζί. Τι πιο αξιολάτρευτο από αυτό;

"Και δεν μου λέτε, τι θα κάνετε σήμερα;"ρώτησε η γιαγιά μου και μας κοίταξε.

"Είπαμε να πάμε σήμερα το μεσημέρι για φαγητό με τα παιδιά και το βράδυ όλοι μαζί στο σπίτι της Χρυσάνθης για την αλλαγή του χρόνου."είπα και ήπια άλλη μια γουλιά από τον καφέ μου.

"Καλά να περάσετε."μας ευχήθηκε.

"Εννοείς να περάσουμε, γιατί θα είσαι και εσύ μαζί."της είπα.

"Τι λες παιδί μου; Τι να κάνει μια ηλικιωμένη με εσάς;"ρώτησε.

"Δεν θα είσαι μόνη σου! Θα είναι και οι γονείς των παιδιών. Κάποιοι από αυτούς βασικά αλλά δεν παίζει ρόλο."είπα.

"Μα ρε αγόρι μου-.."είπε αλλά την διέκοψα.

"Θα 'ρθεις και τέλος."είπα και σηκώθηκα. "Πάω για ένα μπάνιο."φίλησα στο μάγουλο την Ελένη και κατευθύνθηκα προς τα πάνω.

(..)

"Εις Υγείαν ρε παιδιά! Άντε τελευταία ημέρα του 2015!"είπε ο Σταύρος και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας που περιείχαν κρασί. Είχαμε ήδη φάει και έξω είχε σκοτινιάσει. Η ώρα ήταν περασμένες 7 το απόγευμα και ήμασταν ακόμα στο εστιατόριο.

Άρχισε να παίζει live μουσική και πολλά ζευγάρια σηκωνόντουσαν να χορέψουν. Φυσικά ήθελαν και οι κοπέλες μας να χορέψουν αλλά ποιος τώρα χορεύει με φουσκωμένη την κοιλιά από το φαΐ 'και καλά τώρα';

"Έλα ρε μωρό μου γιατί δεν πάμε να χορέψουμεεε;"παραπονέθηκε η Μαρία.

"Βρε Μαρία μου, δεν έχω χωνέψει ακόμα. Πως θα γίνει;"της απάντησε ο Κωνσταντίνος.

"Είσαι ηλίθιος."είπε και ξεφύσηξε.

"Και εσύ βλαμμένη!"απάντησε εκείνος.

Και άρχισαν για μια ακόμη φορά να τσακώνονται σαν τον σκύλο με την γάτα.."Πόση ώρα λες να κρατήσει;" με ρώτησε η Χρυσ.

"Κανά τέταρτο, σιγουράκι!"της απάντησα και χαχάνισε.

"Ρε, τι ώρα έχει πάει;"με ρώτησε ο Σταύρος.

Κοίταξα το κινητό μου. "8 και μισή."απάντησα.

"Δεν πάμε σιγά-σιγά;"μου είπε.

"Ναι, γιατί δεν μπορώ άλλο εδώ πέρα μέσα!"είπα.

"Μωρό μου;"είπε η Ελένη.

"Έλα μου."της είπα και γύρισα να την κοιτάξω.

"Εμ..εμ..η γιαγιά σου που είναι;"με ρώτησε αναστατωμένη.

Την κοίταξα με σηκωμένο φρύδι. Έψαξα σε όλο το τραπέζι αλλά άφαντη. "Ωχ θεέ μου!"αναφώνησα και σηκώθηκα απάνω τρομοκρατημένος ψάχνωντας την γιαγιά.

"Τι έπαθες παιδί μου;"με ρώτησε η κ.Κατερίνα, η μαμά της Χρυσ.

"Δεν..δεν βρίσκω την γιαγιά μου."είπα και συνέχιζα να γυρίζω το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά.

Όλοι στο τραπέζι με κοιτούσαν. "Θεέ μου! Χάσαμε την γιαγιά!"αναφώνησα και κοίταξα το ταβάνι.

"Να τη!"αναφώνησε η Μαρία και σηκώθηκε.

"Που είναι;"την ρώτησα.

"Εκεί!"είπε και ακολούθησα την πορεία του χεριού της.

Ήταν στην πίστα και χόρευε με έναν άλλο κύριο στην ηλικία της."Το τσίμπησε το γκομενάκι η γιαγιά."είπε πονηρά η Μαρία. Την αγριοκοίταξα και σήκωσε τα χέρια της ψηλά, σαν να παραδίνεται.

Έκατσα πάλι στην καρέκλα μου."Έλα, να πληρώσουμε και φεύγουμε."είπα βιαστικός και ο Σταύρος έκανε νόημα στον σερβιτόρο να έρθει από εδώ, ενώ ο Κωνσταντίνος μαζί με την Μαρία συνέχιζαν τον καυγά τους. Ωχ παναγία μου!

"Θα θέλατε κάτι κύριε;"ρώτησε.

"Ναι, θα ήθελα να μας δώσεις τον λογαριασμό."είπε ο Σταύρος.

"Μάλιστα. Γλυκό να σας φέρω;"ρώτησε.

Έμεινε να τον κοιτάει για λίγο και γύρισε να με κοιτάξει. "Γλυκό θέλουμε;"με ρώτησε.

Ανασήκωσα τους ώμους και σφύριξα. "Ρε μαλάκα, γλυκό θέλουμε;"ρώτησα και ο Κωνσταντίνος γύρισε να με κοιτάξει.

"Μπορείς να μην μας διακόπτεις; Τσακωνόμαστε εδώ πέρα!"μου γκρίνιαξε η Μαρία.

"Αμάν μωρέ, σταμάτα πια!"της είπε και εκείνη σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της.

"Δεν ξέρω, κάντε ότι θέλετε."μου είπε και συνέχισαν να καυγαδίζουν.

Κοίταξα ξανά τον Σταύρο και μετά τον σερβιτόρο. "Τι γλυκό έχει;"τον ρώτησα.

"Σουφλέ σοκολάτας."είπε.

"Φέρε μας."απάντησα αμέσως.

Αφού φάγαμε και το γλυκό πήγα να πάρω την γιαγιά που ακόμα χόρευε με τον κύριο. Καλά δεν κουράστηκε τόση ώρα; Έλα χριστέ και παναγία.

"Με συγχωρείτε.."είπα και με κοίταξαν. "Γιαγιά μου, φεύγουμε."είπα και χαμογέλασα στον κύριο.

"Έρχομαι."απάντησε και χαιρετήθηκαν.

"Ποιος ήταν αυτός;"την ρώτησα καθώς περπατούσαμε προς το αυτοκίνητο.

"Δημήτρη, τον λένε."απάντησε.

"Αα μάλιστα."είπα.

(..)

"Παιδιά είμαστε έτοιμοι;"ρώτησε η Χρυσ.

Είχαμε φτάσει στο σπίτι της και η ώρα πέρασε ευχάριστα με ανέκδοτα, επιτραπέζια, παιχνίδια.

Η ώρα πια ήταν 23:59. "Ναιι"είπαμε όλοι μαζί και σηκώσαμε τα ποτήρια με τις σαμπάνιες.

"10,9,8,7,6,..."είπαμε όλοι μαζί.

*-Κανενός πλευρά-*

Την ίδια ώρα σε ένα άλλο σπίτι, ο ίδιος άγνωστος που τους παρακοκουθούσε εκείνη την ημέρα των χριστουγέννων, βρισκόταν στην σοφίτα.

Κοιτούσε επίμονα κάποιες παλιές φωτογραφίες που απεικονιζόταν μια οικογένεια. "Αχ ρε αδερφούλα, άφησες το παιδί μόνο του. Το αφήσες να πληρώνει τα λάθη που έκανες εσύ και κάποιες άλλες φίλες σου, και τώρα την πληρώνουν τα παιδιά σας.."είπε και ένα δάκρυ κύλησε.

-Γιάννης-

"6,5,4,3,2,1..ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!"φωνάξαμε όλοι μαζί.

"Ευτυχισμένο το 2016 παιδιάα!"φώναξα και τους αγκάλιαζα έναν έναν.

Όλοι γελούσαμε και πίναμε την σαμπάνια, ώσπου ένας πυροβολισμός ακούστηκε και με έκανε να μετανιώσω την στιγμή που είπα εκείνη την πρόταση.

*-Κανενός Πλευρά-*

Χιλιόμετρα μακριά, σε κάποιο νησί, ο άντρας που κρυβόταν πίσω από όλα αυτά, βρισκόταν στο γραφείο του με το ποτήρι, με το ουίσκι στο χέρι και κοιτούσε κάποιες φωτογραφίες, κολλημένες στον τοίχο. Έβγαλε έναν κόκκινο μαρκαδόρο από το συρτάρι και πάνω σε μία από αυτές σημείωσε ένα μεγάλο 'Χ'. "Λιγοστεύετε σιγά-σιγά."είπε και ήπιε μια γουλιά από το ποτό του, ενώ σκεφτόταν την επόμενη κίνησή του..

----
Γιοοοο:3 γειααα! Τι κάνετεεε; Εντάξει εγώ πάντως πεθαίνω γιατί σε λίγες ημέρες ξεκινούν τα σχολεία! Τ.Τ .. Δν μας σώνει κανένας!✌

Άρα έχουμε και λέμε!:
1)Η Ελένη είναι σπίτι του Γιάννη και συζητούν μαζί με την γιαγιά.
2) Στο εστιατόριο ο Κωνσταντίνος με την Μαρία τσακώνονται συνέχεια
3)Η γιαγιά χόρευε με κάποιον ηλικιωμένο που τον λένε Δημήτρη..χμμ!
4)τι πυροβολισμός; ποιος τραυματίστηκε ρε παιδιά;;;;

Ρε παιδιά..ποιος είναι αυτός ο άγνωστος που τους παρακολουθούσε τα Χριστούγεννα; και τώρα εμφανίζεται και κοιτάει φωτογραφίες;;;
Και ποιος είναι αυτός που κρύβεται πίσω από όλα αυτά τα κακά πράγματα που είχαν συμβεί ΚΑΙ που συνεχίζουν να συμβαίνουν και ζητάει εκδίκηση οεο;; :3 (εντάξει μπορεί να έχετε μπερδευτεί αρκετά χΔ, αλλά θα τα καταλάβετε όλα παρακάτω, μην μου ανησυχείτε!<3)

Μέχρι το επόμενο..*ΦΙΛΙΑ* ντονατσάκια μου!❤
-Ροδ:3'

31 страница10 сентября 2015, 01:48