Κεφάλαιο 30ο
-Κωνσταντίνος-
Τα μάτια μου ανοίγουν και το πρώτο που βλέπω είναι ένας ροζ τοίχος. Ωωω ναι! Είμαι στην Μαρία που αυτή τη στιγμή κοιμάται απάνω στο στήθος μου και τα πόδια μας είναι μπλεγμένα μεταξύ τους. Όχι! Μην νομίζετε! Με τα ρούχα είμαστε, ηρεμήστε..
Το έχουμε κάνει μόνο 2 φορές μέσα σε 3 μήνες και δεν ξέρω καν πως κρατιέμαι ακόμα...Ναιι, είμαστε μαζί και μπορώ να πω πως με έχει αλλάξει προς το καλύτερο..
Την νιώθω να κουνιέται και την κοιτάζω επίμονα. Ανοίγει τα βλέφαρά της και αντικρύζω τα καφέ της μάτια.
Χασμουρήθηκε."Καλημέραα"είπε και με φίλησε στο στήθος.
"Καλημέρα."είπα. Χαμογέλασα και την φίλησα στα μαλλιά. "Πως κοιμήθηκες;"την ρώτησα χαιδεύοντας το μπράτσο της.
"Υπέροχα!"αναφώνησε. "Και ειδικά όταν βρίσκομαι στην αγκαλιά σου!"συμπλήρωσε.
Χαμογέλασα πλατιά και την φίλησα."Έλα να σηκωθούμε και να πάρουμε τα παιδιά να έρθουν!"αναφώνησε. Με φίλησε πεταχτά και μπήκε στο μπάνιο.
Ναιιιι, Χριστούγεννα σήμερα! Και έχουμε κανονίσει με τα παιδιά να έρθουν από εδώ. Και βέβαια έχουμε στολίσειι!νταα:3 χδ.
Σηκώνομαι και μπαίνω κ εγώ στο μπάνιο, αφού βέβαια βγήκε η Μαρία.
Αφού τελειώνω βάζω ένα τζιν και μια μακριμάνικη μαύρη μπλούζα...ναιι έχω ρούχα εδώ καιι ο πατριός της κιόλας με ανέκρινε και τα πάμε μια χαρά. Βέβαια με την μητέρα της όχι και πολύ αλλά δεν με ενδιαφέρει κιόλας γιατί λείπει σχεδόν όλη μέρα! Τώρα οι γονείς της είναι ταξίδι και γυρίζουν στις 10/01, οπότε είμαι κομπλέ.
Άκουω το κουδούνι και κατευθύνομαι προς τα κάτω.
"Γεια σας! Τι κάνετε; Πως είστε;"είπε η Χρυσάνθη καθώς έμπαινε μέσα.
Η Μαρία γέλασε."Μια χαρά!"είπε. "Εσείς;"κοίταξε τον Σταύρο.
"Μια χαρά και εμείς."είπε ο Σταύρος.
Το κουδούνι χτύπησε ξανά."Ανοίγω εγώ!"είπα.
Η Ελένη με αγκάλιασε και μπήκε μέσα μαζί με τον Γιάννη.
"Καλά Χριστούγεννα!!"αναφώνησε χαρούμενη η Ελένη που κρατούσε σακούλες στα χέρια της.
Χαμογέλασαν όλοι. "Καλά Χριστούγεννα!"της είπαμε όλοι.
"Τι έχει το μενού;"ρώτησε ο Σταύρος.
Γέλασα."Πάμε να φάμε!"είπα και πήγαμε προς την κουζίνα.
Όλο το πρωί και το μεσημέρι έτσι πέρασε. Βασικά όλη η ημέρα!
Το βράδυ έφτασε. Όλοι μαζευτήκαμε κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ανταλλάξαμε δώρα και πίναμε κόκκινο κρασί με χριστουγεννιάτικα καπέλα στο κεφάλι. Λέγαμε αστεία και γελούσαμε με τις ψυχές μας.
Ήταν περασμένες 2 το βράδυ. "Και που λες του σκάω μια με την τούρτα μέστην μάπα και πέφτει κάτω ο μαλάκας!"έλεγε η Χρυσάνθη μια ιστορία από ένα πάρτυ γενεθλίων καθώς έσκαγε στα γέλια. "Ωχ,ωχ παναγία μου!"αναφώνησε καθώς σκούπιζε τα μάτια της από τα δάκρυα.
"Παιδιά;"ρώτησε η Ελένη μετά από λίγο. Γυρίσαμε όλοι να την κοιτάξουμε. "Θέλω να σας πω κάποια πράγματα."είπε με σκυμμένο το κεφάλι. "Σας ξέρω τόσο καιρό και θέλω να σας τα πω γιατί σας νιώθω οικογένειά μου."είπε και μας κοίταξε έναν-έναν.
"Τι είδους πράγματα Ελένη;"την ρώτησε η Χρυσ.
"Για την ζωή μου."είπε και ξεροκατάπιε.
"Είμαστε όλοι αυτιά."της είπε η Μαρία.
"Αλλά θέλω να μου υποσχεθείτε ότι θα μου πείτε και εσείς κάτι για την ζωή σας."μας είπε.
Κοιταχτήκαμε όλοι μεταξύ μας και κουνήσαμε θετικά τα κεφάλια μας.
-Ελένη-
"Λοιπόον.."ξεκίνησα. "Με λένε Ελένη. Ελένη Καρρά, του Παναγιώτη και της Νίκη Καρρά. Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη και ήμασταν ευτηχισμένοι."είπα καθώς κοιτούσα το χαλάκι κάτω. "Ώσπου μια ημέρα..στα 13 μου, περίμενα τους γονείς μου να με πάρουν από το σχολείο γιατί έπρεπε να πάμε κάπου."κοιτούσα το ποτήρι με το κρασί. "Αλλά δεν ήρθαν ποτέ. Ένα τηλεφώνημα από την θεία μου, την αδερφή της μητέρας μου, με έκανε να πονέσω για αρκετούς μήνες. Έλεγε ότι πέθαναν σε ένα αυτοκινητικό δυστήχημα(το σκότωσα. είμαι σίγουρη.σκάστε.). Η κηδεία έγινε την επόμενη ημέρα. Εδώ και 4 χρόνια μένω με την θεία μου. Φέτος αποφασίσαμε να το αφήσουμε πίσω το παρελθόν και να προχωρήσουμε. Έτσι ήρθαμε Αθήνα. Η θεία μου εδώ είχε ένα μαγαζί στο εμπορικό και έτσι το καλοκαίρι δούλευα εκεί. Και έτσι γνώρισα και εσάς."είπα και κοίταξα την Μαρία και την Χρυσ με ένα θλιμμένο χαμόγελο. "Και μετά τους υπόλοιπους."είπα και τους κοίταξα. "Και εσένα."είπα και η ματιά μου έπεσε στον Γιάννη που ήταν δίπλα μου. Τόση ώρα μερικά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου και τα σκούπισα με τους αντίχειρες(και αυτό το σκότωσα μάλλον.). Με κοιτούσαν ταραγμένοι και ο Γιάννης με έβαλε στην αγκαλιά του και μου χάιδεψε τα μαλλιά.
-Μαρία-
"Λοιπόον.."ξεκίνησα και εγώ. "Εμένα με λένε Μαρία. Μαρία Παπά του Κυριάκου(βιολογικός πατέρας) και της Κωνσταντίνας Παπά. Ήμουν εδώ Αθήνα και στο δημοτικό γνώρισα την Χρυσ."είπα και της χαμογέλασα. "Στα 15 μου, ο πατέρας μου πέθανε διότι έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και συγκρούστηκε με ένα άλλο αυτοκίνητο. Η μητέρα μου πριν ένα χρόνο παντρεύτηκε ξανά, τον Μάκη και τώρα είναι μαζί."είπα και κοίταξα κάτω. Ο Κωνσταντίνος με άρπαξε στην αγκαλιά του και με φίλησε στο μάγουλο.
-Χρυσάνθη-
"Σειρά μου."είπα. "Εμένα με λένε Χρυσάνθη Δημητράκου, του Χρήστου και της Κατερίνας Δημητράκου."είπα και τους κοίταξα. "Όταν πήγα στην πρώτη λυκείου συνάντησα ένα αγόρι καταλάθως, όμορφο με ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια. Τον Δημήτρη Μερινό, εκείνος πήγαινε τρίτη λυκείου. Τα φτιάξαμε για 5 μήνες αλλά τον χώρισα. Ήθελε να προχωρήσουμε αλλά εγώ του έλεγα συνέχεια ότι ήμουν μικρή και δεν ήμουν έτοιμη και ήταν αλήθεια. Το βράδυ πριν τον χωρίσω είχε πάει με τους κολλητούς του σε ένα μπαρ. Προφανώς να είχε μεθύσει γιατί ήρθε σπίτι μου σε άθλια κατάσταση και μύριζε αλκοόλ. Οι γονείς μου είχαν βγει σε δείπνο εκείνη την ημέρα και ήμουν μόνη μου και έβλεπα ταινία. Η Μαρία είχε προσφερθεί να έρθει αλλά ειλικρινά δεν είχα όρεξη και ήθελα να είμαι με την ησυχία μου."είπα και άρχισα να τρέμω ελαφρά. "Όταν του άνοιξα άρχισε να με φιλάει και να μου βγάζει τα ρούχα. Δεν μπορούσα να αμυνθώ γιατί ήταν πιο δυνατός και διπλάσιος από εμένα!"είπα και έκλεισα τα μάτια μου. "Άρχισα να φωνάζω να φύγει και ότι ήταν μεθυσμένος αλλά δεν με άκουγε καθόλου. Με άρπαξε από το μπράτσο και με πήγε στο δωμάτιό μου. Με πέταξε στο κρεβάτι βίαια και άρχισε να μου βγάζει τα εσώρουχα και να με φιλάει παντού. Έκλαιγα και ούρλιαζα. Με χτύπησε για να σταματήσω." είπα και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου και έσφιγγα τα χέρια μου. "Όταν πήγε να μπει μέσα μου ξαφνικά εμφανίστηκε η Μαρία και τον χτύπησε με ένα βάζο στο κεφάλι. Με βοήθησε να βάλω τα ρούχα μου και τρέξαμε στον κάτω όροφο. Καλέσαμε την αστυνομία και τον πατέρα μου. Πήγα να δω απάνω αλλά είχε εξαφανιστεί. Οι μήνες πέρασαν και ακόμα τον ψάχναμε. Το είχαν πει οι γονείς μου στη λυκειάρχη και είχε βάλει άντρες να προσέχουν το κτίριο. Μετά από δύο μήνες από αυτό το συμβάν γνώρισα ένα άλλο αγόρι. Τα φτιάξαμε αλλά μια μέρα στο σχολείο που καθόμασταν στο στέκι μας, ένας πυροβολισμός ακούστηκε και τον χτύπησε η σφαίρα στο κεφάλι. Δεν επέζησε. Οι άντρες που είχε βάλει η λυκειάρχης ήταν άφαντοι. Κοίταξα προς τα εκεί που ακούστηκε ο πυροβολισμός και τότε τον είδα. Στεκόταν πίσω από το θάμνο με ένα όπλο στο χέρι του και τα πράσινα μάτια του, σκοτεινά γεμάτα εκδίκηση. Στο επόμενο λεπτό εξαφανίστηκε. Δεν τον ξαναείδα μέχρι σήμερα και ακόμα τον ψάχνει η αστυνομία." είπα και τους κοίταξα με δάκρυα να τρέχουν. "Δεν μου είχε πει ποτέ ότι είχε αδέρφια και ξαφνικά εμφανίζεται αυτός ο Νίκος με το ίδιο επίθετο και την τελευταία φορά μου το επιβεβαίωσε ότι ήταν αδερφός του."είπα και κάλυψα το πρόσωπό μου με τα χέρια μου.
"Τι εννοείς;" με ρώτησε η Μαρία.
Τους εξήγησα τι έγινε την τελευταία φορά που είδα τον Νίκο πριν 2 μήνες. Η έκφραση της Μαρίας ήταν θυμωμένη αλλά κάτι σιγοψύθιριζε στον εαυτό της για να μην ξεσπάσει πιθανόν. Ο Σταύρος με κοιτούσε με θυμό που συναντήθηκα με εκείνον αλλά και θλίψη που του είπα ψέμματα εκείνη την ημέρα.
"Συγνώμη."ψέλλισα.
-Γιάννης-
"Λοιπόν εμένα με λένε Γιάννη Γεωργίου του Μάριου και της Χριστίνας Γεωργίου."ξεκίνησα. "Και εγώ εδώ ζούσα και απλώς ξέρω ότι οι δικοί μου δηλητηριάστηκαν. Δεν ξέρω το πως και το γιατί αλλά τότε ήμουν 10 χρονών μόλις. Και τώρα πια μένω με την γιαγιά μου,την μαμά του μπαμπά μου."τελείωσα.
Η Ελένη με κοιτούσε θλιμμένη και με φίλησε τρυφερά στα χείλη. Της χαμογέλασα.
-Κων/νος-
"Και λοιπόν εμένα με λένε Κωνσταντίνο Κοντό του Μιχάλη και της Νατάσσας Κοντού."ξεκίνησα και την δικιά μου ιστορία. "Εμένα ειλικρινά δεν έχει συμβεί κάτι..και δεν θα το ήθελα."είπα και η Μαρία έπνιξε ένα γελάκι.
-Σταύρος-
"Σειρά μου."είπα.
"Τελευταίος και καλύτερος."είπε η Χρυσ και μου έκλεισε το μάτι. Γέλασα.
"Σιγά τα μέλια!"είπε η Μαρία και μας έβγαλε την γλώσσα. Βολεύτηκε καλύτερα στην αγκαλιά του Κωνσταντίνου.
"Κοίτα ποια μιλάει!"είπα και την έδειξα.
Γελάσαμε.
"Εμένα με λένε Σταύρο Ζαχαρόπουλο του Πέτρου και της Αναστασίας Ζαχαροπούλου(στον τάφο της είχε το δικό της επίθετο,μην μπερδευτείτε.). Έχω μια αδερφή, την Νεφέλη όπως όλοι ξέρετε."είπα και κούνησαν θετικά τα κεφάλια τους. "Πριν 10 χρόνια μια ημέρα καλοκαιρινή με ζέστη είχα πάει με την μητέρα μου για ψώνια. Κάποια στιγμή ένας άνδρας μας άρπαξε και μας οδήγησε σε ένα μαύρο αυτοκίνητο. Βρεθήκαμε σε ένα υπόγειο ενός σπιτιού και εκεί είδα μπροστά στα μάτια μου να σκοτώνουν αργά και βασανιστικά την μητέρα μου με διάφορους τρόπους."είπα και ήπια λίγο από το κρασί μου. "Στο πάρτυ σου.."είπα και κοίταξα τον Κων/νο. "..είδα έναν από αυτούς τους άντρες, που πήγε να πάρει την Χρυσ, θυμάσαι;"τον ρώτησα και έγνεψε καταφατικά. "Ήταν ένας από αυτούς που σκότωσαν την μητέρα μου."είπα και έσφιξα το ποτήρι μου.
Η Χρυσ με κοίταξε. "Μα εσύ μου είχες πει ότι ήσουν εσύ."είπε.
"Σου είπα ψέμματα γιατί δεν ήθελα να μιλήσω για αυτό το θέμα."της είπα.
"Και μετά στο τηλέφωνο ποιος ήταν και έφυγες τόσο βιαστικά;"με ρώτησε.
Έκλεισα τα μάτια μου."Ο ίδιος. Αναγνώρισα την φωνή του από τότε."είπα και έσφιξα το ποτήρι περισσότερο.
Με αγκάλιασε και με έσφιξε απάνω της περισσότερο. "Όλα καλά." μου είπε και χαλάρωσα. "Πρέπει να σας πω κάτι." είπε και κοίταξε την Μαρία.
"Τι έγινε;"την ρώτησα.
Κοίταξε χαμηλά. "Είχα κάτι μηνύματα από αγνώστους."είπε.
"Τι αγνώστους;"ρώτησε ο Γιάννης.
Έβγαλε το κινητό της και μας έδειξε. "Ποιος μπορεί να τα έστειλε αυτά;"ρώτησα.
"Δεν έχουμε ιδέα."απάντησε η Μαρία.
*- Κανενός πλευρά- *
Άβολη ησυχία απλώθηκε σε όλοκληρο τον χώρο. Τα παιδιά αμίλητα, συνέχιζαν και έπιναν το κρασί τους μετά από όλα αυτά που είπαν. Ο καθένας χαμένος στις δικές τους σκέψεις. Έμαθαν αρκετά πράγματα ο ένας για τον άλλον και φαινόταν ότι ο καθένας τους είχε πονέσει για τους δικούς του λόγους.
Ήταν τόσο χαμένοι στον κόσμο τους που δεν παρατήρησαν ότι κάποιος τους παρακολουθούσε τόση ώρα από το παράθυρο.
Τα άκουσε όλα και χαμογέλασε πικρά. "Είναι νωρίς ακόμα."ψιθύρισε και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Οι δρόμοι έρημοι και να περπατάει κάτω από το φως του φεγγαριού, να δείχνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου καθαρά, αλλά ήταν νωρίς ακόμη για να πάει να τους μιλήσει, να τους εξηγήσει. Σταμάτησε για λίγο και σήκωσε το κεφάλι ψηλά. "Αγαπημένη μου αδερφή..να είσαι καλά εκεί απάνω που είσαι."είπε και συνέχισε να προχωράει.
Ήταν ένας άνθρωπος που τον χρειαζόντουσαν. Τον ήξεραν. Τον είχαν ανάγκη για να μάθουν την αλήθεια. Ήταν τόσο κοντά τους αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να το αντιληφθούν.
----
Έχετε μείνει ε; χεχεχ και εγώ ξαφνιάστικα με όλα αυτά:) χοχοχο:3
Έχουμε και λέμε!
1) όλα τα παιδιά είναι και επισήμως ζευγάρια:3 γειι^^
2) είναι χριστούγεννα. Ναι παιδιά! Πολύ επίκαιρο, το ξέρω χδ
3) μάθαμε τι συνέβη στο παρελθόν τους! Ο.ο
4) κάποιος τους παρακολουθούσε!:ο
Ερωτήσεις:1)ποιο παρελθόν των παιδιών σας συγκίνησε περισσότερο και ποιο λιγότερο;:(
2)ποιος λέτε να είναι αυτός ο άγνωστος που τους παρακολουθούσε; ο.ο
Μέχρι το επόμενοο..
*ΦΙΛΙΑ* ντονατσάκια μου!<3
-Ροδ:3'
