38 страница17 сентября 2015, 22:51

Κεφάλαιο 38ο

~2 μήνες αργότερα~

"Αγάπη μου έτοιμη;"με ρώτησε η μαμά μου καθώς μπήκε μέσα στο δωμάτιό μου.

"Ναι μαμά, τώρα."είπα και αναστέναξα. Έκλεισα το φερμουάρ της βαλίτσας και την έβαλα στο πάτωμα.

"Είσαι καλά;"με ρώτουσε.

"Τι; Ναι καλέ μια χαρά."είπα, όμως είχα ήδη αρχίσει να βουρκώνω.

"Χρυσ μου, ξέρω είναι δύσκολο αλλά πρέπει να το ξεπεράσεις."μου είπε.

Τα δάκρυα έχουν αρχίσει να τρέχουν. "Πως βρε μαμά; Μέσα σε 8 μήνες έχασα τον μπαμπά και τον άνθρωπο που αγαπούσα περισσότερο και από εμένα."είπα και με αγκάλιασε.

Άρχισε να με χτυπάει στοργικά στην πλάτη και να μου χαϊδεύει τα μαλλιά, όμως και πάλι δεν ηρεμούσα.

"Σε παρακαλώ μωρό μου, εδώ πέρα δεν είναι για εσένα πλέον. Αυτός ο τόπος σου θυμίζει πάρα πολλά. Θέλω εκεί, στην Θεσσαλονίκη να κάνεις μια καινούργια αρχή και από εδώ να θυμάσαι μόνο τα πρόσωπα που σε νοιάζονται και σε αγαπούν. Ναι;"είπε και κούνησα θετικά το κεφάλι μου.

Βγήκαμε από το σπίτι και έβαλα την βαλίτσα μου στο πίσω κάθισμα. "Έτοιμη;"ρώτησε.

"Φύγαμε."είπα αποφασιστικά.

"Θα πάρεις κανέναν τηλέφωνο;"με ρώτησε. "Για να τους πεις ότι φεύγεις ρε παιδί μου."συμπλήρωσε.

"Δεν χρειάζεται τώρα, άλλωστε κάναμε και εχθές ένα αποχαιρετιστήριο πάρτυ."απάντησα καθώς κοιτούσα έξω τον δρόμο.

"Μάλιστα.."είπε και δεν ξαναμιλήσαμε.

(..)

Νιώθω κάποιον να με σκουντάει. "Χρυσ μου, φτάσαμε."άκουσα μια φωνή.

"Μμ.."παραπονέθηκα.

"Έλα βρε αγάπη μου ξύπνα να πάμε στο σπιτάκι σουυ."είπε και άνοιξα τα μάτια μου.

Την κοίταξα και ξεφύσηξα. Βγήκα έξω και το ίδιο έκανε και εκείνη. Προχωρήσαμε προς την πόρτα της πολυκατοικίας και έβγαλε το κλειδί. Άνοιξε και μπήκαμε μέσα. Προχωρήσαμε προς το ασανσέρ και πατήσαμε το κουμπί 4. Οι πόρτες πήγαν να κλείσουν όμως ένα χέρι τις σταμάτησε.

"Όχι, περιμένετε."φώναξε.

Εκείνες άνοιξαν και μέσα μπήκε ένα ψηλό αγόρι με ξανθά μαλλιά και μαύρα μάτια σαν την νύχτα. Φαινόταν αδύνατος και ιδρωμένος. Προφανώς να είχε πάει για τρέξιμο..

Μου έσκασε ένα γοητευτικό χαμόγελο και εγώ του χαμογέλασα αχνά και γύρισα από την άλλη.

Έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Δεν ήμουν εδώ. Το σώμα μου μπορεί, αλλά το μυαλό μου όχι. Ήταν εκεί, πίσω. Κολλημένο στην Αθήνα. Κολλημένο σε αυτά τα 2, σαν του ουρανού, γαλάζια μάτια που κατάφερναν κάθε γαμημένη φορά να χάνομαι μέσα τους.

Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν ξανά. Περπατήσαμε τον διάδρομο και βρεθήκαμε έξω από την πόρτα του διαμερίσματός μου. Το αγόρι εκείνο άφαντο, όχι ότι με ενδιαφέρει κιόλας αλλά τέλος πάντων. Έβγαλα τα κλειδιά και ξεκλείδωσα. Έβαλα την βαλίτσα μου μέσα και η μαμά μου άρχισε να ανοίγει τα παράθυρα του σπιτιού.

"Ευτυχώς που το σπίτι αυτό ήταν της νονάς σου και μας το έδωσε."είπε.

"Ναι μαμά, ναι, ξέρω."είπα και κοίταξα το ταβάνι αγανακτισμένη.

"Λοιπόον, με θες κάτι;"ρώτησε.

"Όχι μαμά."απάντησα καθώς κατευθυνόμουν προς την κουζίνα.

"Άντε φεύγω, αντίο μωρό μου και να προσέχεις!"μου τόνισε.

"Ναι μαμά!"απάντησα και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

(..)

Το κουδούνι ηχούσε δυνατά στα αυτιά μου και σε ολόκληρο το σπίτι αλλά ποιος σηκωνόταν 10 η ώρα το πρωί για να ανοίξει; Όποιος είναι θα φύγει, σωστά; Εε όχι! Λάθος. Αυτός που είναι από έξω, είναι εδώ και 3 λεπτά και βαράει ασταμάτητα.

"Να σου κοπεί το δάχτυλο, μαλάκα."είπα νυσταγμένα και σηκώθηκα βαριεστημένα.

Χασμουριόμουν καθώς άνοιγα την πόρτα. "Ποιος;"είπα και άνοιξα τα μάτια ελάχιστα γιατί δεν είχε συνηθίσει το φως.

"Γειαα."είπε. Εμ φυσικά, το αγόρι από χθες. "Καλημέρα." είπε μετά και γέλασε λίγο.

"Μέρααα"απάντησα και του έκανα χώρο να περάσει.

"Κάποια έχει νεύρα μάλλον!"είπε και έβαλε τις τσάντες πάνω στον πάγκο της κουζίνας.

Καλά πως δεν τις είχα προσέξει αυτές πριν;

"Τι είναι αυτά;"ρώτησα.

"Φαΐ."απάντησε. "Πήγαινε να αλλάξεις, κάνε μπάνιο και κατέβα να φάμε."διέταξε.

"Και αν δεν το κάνω;"τον ρώτησα με ανασηκωμένο φρύδι και τα χέρια στην μέση.

Άνοιξε ένα τυχαίο συρτάρι και έβγαλε έξω μια ξύλινη κουτάλα. "Θα φας ξυλιές."είπε και μου την έδειξε με την ματιά του.

Τον αγριοκοίταξα και πήγα στο δωμάτιό μου γιατί δεν είχα καμιά όρεξη πρωινιάτικα να τσακωθώ μαζί του και ήξερα ότι θα τον έχω στα πόδια μου για πολύ καιρό. Και δεν ξέρω καν το όνομά του!

Αφού έκανα μπάνιο και ντύθηκα πήγα ξανά στην κουζίνα.

"Δεν ήταν ανάγκη."είπα χαμογελαστή και κάθισα στην καρέκλα.

"Μα δεν γίνεται. Είσαι καινούρια, να μην σε περιποιηθεί κάποιος παλιός;"είπε και γέλασα.

Άρχισαμε να τρώμε. "Και λοιπόν πόσο είσαι;"με ρώτησε.

"18 εσύ;"είπα.

"19."είπε.

"Μάαλιστα."είπα και δάγκωσα μια φρυγανιά.

"Και τι θα σπουδάσεις;"ρώτησε.

"Ψυχολογία."απάντησα.

"Αλήθεια; Και εγώ."είπε έκπληκτος.

"Αλήθεια; Και δεν σου φαίνεται!"είπα.

"Ναιι, πολλοί μου το λένε. Κάποιοι νομίζουν πως είναι περισσότερο γυναικείο "άθλημα"."είπε.

"Τι; Ποιος μαλάκας τα λέει αυτά; Να πάει να γαμηθεί. Μια χαρά είναι ΚΑΙ για το 2 φύλα."απάντησα.

"Έει μικρή, την γλώσσα σου πρόσεχε."είπε.

"Συγνώμη μαμά."είπα και γέλασε.

"Λοιπόν, έλα πάμε σήκω να σε ξεναγήσω στην όμορφη Θεσσαλονίκη!"είπε. Μου έκλεισε το μάτι και άρχισε να μαζεύει το τραπέζι.

"Ξέρεις ακόμα δεν έχω μάθει το όνομα σου."του είπα.

Γύρισε και με κοίταξε. "Μάριος."είπε και χαμογέλασε.

---
Holy Shit!? Γειάααα:3 τι μου κάνετε; Εγώ ΣΟΥΠΕΡ γιατί φυσικά ήρθε το 4ημερο καλέεε.! *ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ*:3

Εντάξει μην μου πείτε ότι έχετε παράπονα! Κάθε μέρα βάζω κεφάλαιο και ας έχω τα γαμημένα 8ωρα στο ιδιωτικό:'(

Αλλά το κάνω για σας μωέεε:)❤

Άααρααα!:
1)τελικά πήγε Θεσσαλονίκη παιδιάα
2)Καιι γνώρισε και αυτόν τον Μάριοο:3 χμμμ;) τι λέτε; Μόνο φίλοι ή κάτι παραπάνω;

Υ.Γ. !Εγώ δεν ξέρω τίποτα αλλά πείτε γνώμες κότσια μου!❤!

Μέχρι το επόμενοοο..*ΦΙΛΙΑ* ντονατσάκια μου!<3
-Ροδ:3'

38 страница17 сентября 2015, 22:51